BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αναμετράω, αναμετρώ

взвешивать, оценивать

weigh, assess

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαναμετράω, αναμετρώ
εσύαναμετράς
αυτός/ή/όαναμετράει, αναμετρά
εμείςαναμετράμε, αναμετρούμε
εσείςαναμετράτε
αυτοί/ές/άαναμετράνε, αναμετρούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαναμέτρησα
εσύαναμέτρησες
αυτός/ή/όαναμέτρησε
εμείςαναμετρήσαμε
εσείςαναμετρήσατε
αυτοί/ές/άαναμέτρησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αναμετρήσω
εσύθα αναμετρήσεις
αυτός/ή/όθα αναμετρήσει
εμείςθα αναμετρήσουμε
εσείςθα αναμετρήσετε
αυτοί/ές/άθα αναμετρήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαναμετρούσα
εσύαναμετρούσες
αυτός/ή/όαναμετρούσε
εμείςαναμετρούσαμε
εσείςαναμετρούσατε
αυτοί/ές/άαναμετρούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αναμετράω, αναμετρώ
εσύθα αναμετράς
αυτός/ή/όθα αναμετράει, αναμετρά
εμείςθα αναμετράμε, αναμετρούμε
εσείςθα αναμετράτε
αυτοί/ές/άθα αναμετράνε, αναμετρούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αναμετρήσει
εσύέχεις αναμετρήσει
αυτός/ή/όέχει αναμετρήσει
εμείςέχουμε αναμετρήσει
εσείςέχετε αναμετρήσει
αυτοί/ές/άέχουν αναμετρήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αναμετρήσει
εσύείχες αναμετρήσει
αυτός/ή/όείχε αναμετρήσει
εμείςείχαμε αναμετρήσει
εσείςείχατε αναμετρήσει
αυτοί/ές/άείχαν αναμετρήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αναμετρήσει
εσύθα έχεις αναμετρήσει
αυτός/ή/όθα έχει αναμετρήσει
εμείςθα έχουμε αναμετρήσει
εσείςθα έχετε αναμετρήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αναμετρήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαναμέτρησε
εσείςαναμετρήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαναμέτραγε
εσείςαναμετράτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αναμετρήσω
εσύνα αναμετρήσεις
αυτός/ή/όνα αναμετρήσει
εμείςνα αναμετρήσουμε
εσείςνα αναμετρήσετε
αυτοί/ές/άνα αναμετρήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αναμετράω, αναμετρώ
εσύνα αναμετράς
αυτός/ή/όνα αναμετράει, αναμετρά
εμείςνα αναμετράμε, αναμετρούμε
εσείςνα αναμετράτε
αυτοί/ές/άνα αναμετράνε, αναμετρούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αναμετρήσει
εσύνα έχεις αναμετρήσει
αυτός/ή/όνα έχει αναμετρήσει
εμείςνα έχουμε αναμετρήσει
εσείςνα έχετε αναμετρήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αναμετρήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αναμετρήσει

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αναμετρούσα
εσύθα αναμετρούσες
αυτός/ή/όθα αναμετρούσε
εμείςθα αναμετρούσαμε
εσείςθα αναμετρούσατε
αυτοί/ές/άθα αναμετρούσαν