BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αναμασάω, αναμασώ

отрыгивать, пережёвывать старое

regurgitate, rehash

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαναμασάω, αναμασώ
εσύαναμασάς
αυτός/ή/όαναμασάει, αναμασά
εμείςαναμασάμε, αναμασούμε
εσείςαναμασάτε
αυτοί/ές/άαναμασάνε, αναμασούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαναμάσησα
εσύαναμάσησες
αυτός/ή/όαναμάσησε
εμείςαναμασήσαμε
εσείςαναμασήσατε
αυτοί/ές/άαναμάσησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αναμασήσω
εσύθα αναμασήσεις
αυτός/ή/όθα αναμασήσει
εμείςθα αναμασήσουμε
εσείςθα αναμασήσετε
αυτοί/ές/άθα αναμασήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαναμασούσα
εσύαναμασούσες
αυτός/ή/όαναμασούσε
εμείςαναμασούσαμε
εσείςαναμασούσατε
αυτοί/ές/άαναμασούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αναμασάω, αναμασώ
εσύθα αναμασάς
αυτός/ή/όθα αναμασάει, αναμασά
εμείςθα αναμασάμε, αναμασούμε
εσείςθα αναμασάτε
αυτοί/ές/άθα αναμασάνε, αναμασούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αναμασήσει
εσύέχεις αναμασήσει
αυτός/ή/όέχει αναμασήσει
εμείςέχουμε αναμασήσει
εσείςέχετε αναμασήσει
αυτοί/ές/άέχουν αναμασήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αναμασήσει
εσύείχες αναμασήσει
αυτός/ή/όείχε αναμασήσει
εμείςείχαμε αναμασήσει
εσείςείχατε αναμασήσει
αυτοί/ές/άείχαν αναμασήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αναμασήσει
εσύθα έχεις αναμασήσει
αυτός/ή/όθα έχει αναμασήσει
εμείςθα έχουμε αναμασήσει
εσείςθα έχετε αναμασήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αναμασήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαναμάσησε
εσείςαναμασήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαναμάσα
εσείςαναμασάτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αναμασήσω
εσύνα αναμασήσεις
αυτός/ή/όνα αναμασήσει
εμείςνα αναμασήσουμε
εσείςνα αναμασήσετε
αυτοί/ές/άνα αναμασήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αναμασάω, αναμασώ
εσύνα αναμασάς
αυτός/ή/όνα αναμασάει, αναμασά
εμείςνα αναμασάμε, αναμασούμε
εσείςνα αναμασάτε
αυτοί/ές/άνα αναμασάνε, αναμασούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αναμασήσει
εσύνα έχεις αναμασήσει
αυτός/ή/όνα έχει αναμασήσει
εμείςνα έχουμε αναμασήσει
εσείςνα έχετε αναμασήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αναμασήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αναμασήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αναμασώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αναμασούσα
εσύθα αναμασούσες
αυτός/ή/όθα αναμασούσε
εμείςθα αναμασούσαμε
εσείςθα αναμασούσατε
αυτοί/ές/άθα αναμασούσαν