BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

αναλώνομαι

расходоваться, потребляться, использоваться

spend, consume, use

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαναλώνομαι
εσύαναλώνεσαι
αυτός/ή/όαναλώνεται
εμείςαναλωνόμαστε
εσείςαναλώνεστε
αυτοί/ές/άαναλώνονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαναλώθηκα
εσύαναλώθηκες
αυτός/ή/όαναλώθηκε
εμείςαναλωθήκαμε
εσείςαναλωθήκατε
αυτοί/ές/άαναλώθηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αναλωθώ
εσύθα αναλωθείς
αυτός/ή/όθα αναλωθεί
εμείςθα αναλωθούμε
εσείςθα αναλωθείτε
αυτοί/ές/άθα αναλωθούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαναλωνόμουν
εσύαναλωνόσουν
αυτός/ή/όαναλωνόταν
εμείςαναλωνόμαστε
εσείςαναλωνόσαστε
αυτοί/ές/άαναλώνονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αναλώνομαι
εσύθα αναλώνεσαι
αυτός/ή/όθα αναλώνεται
εμείςθα αναλωνόμαστε
εσείςθα αναλώνεστε
αυτοί/ές/άθα αναλώνονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αναλωθεί
εσύέχεις αναλωθεί
αυτός/ή/όέχει αναλωθεί
εμείςέχουμε αναλωθεί
εσείςέχετε αναλωθεί
αυτοί/ές/άέχουν αναλωθεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αναλωθεί
εσύείχες αναλωθεί
αυτός/ή/όείχε αναλωθεί
εμείςείχαμε αναλωθεί
εσείςείχατε αναλωθεί
αυτοί/ές/άείχαν αναλωθεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αναλωθεί
εσύθα έχεις αναλωθεί
αυτός/ή/όθα έχει αναλωθεί
εμείςθα έχουμε αναλωθεί
εσείςθα έχετε αναλωθεί
αυτοί/ές/άθα έχουν αναλωθεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαναλώσου
εσείςαναλωθείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςαναλώνεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αναλωθώ
εσύνα αναλωθείς
αυτός/ή/όνα αναλωθεί
εμείςνα αναλωθούμε
εσείςνα αναλωθείτε
αυτοί/ές/άνα αναλωθούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αναλώνομαι
εσύνα αναλώνεσαι
αυτός/ή/όνα αναλώνεται
εμείςνα αναλωνόμαστε
εσείςνα αναλώνεστε
αυτοί/ές/άνα αναλώνονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αναλωθεί
εσύνα έχεις αναλωθεί
αυτός/ή/όνα έχει αναλωθεί
εμείςνα έχουμε αναλωθεί
εσείςνα έχετε αναλωθεί
αυτοί/ές/άνα έχουν αναλωθεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αναλωθεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αναλωθώ
εσύθα αναλωθείς
αυτός/ή/όθα αναλωθεί
εμείςθα αναλωθούμε
εσείςθα αναλωθείτε
αυτοί/ές/άθα αναλωθούν