BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ανακατεύομαι

вмешиваться, смешиваться

interfere, mingle

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώανακατεύομαι
εσύανακατεύεσαι
αυτός/ή/όανακατεύεται
εμείςανακατευόμαστε
εσείςανακατεύεστε
αυτοί/ές/άανακατεύονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώανακατεύτηκα
εσύανακατεύτηκες
αυτός/ή/όανακατεύτηκε
εμείςανακατευτήκαμε
εσείςανακατευτήκατε
αυτοί/ές/άανακατεύτηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ανακατευτώ
εσύθα ανακατευτείς
αυτός/ή/όθα ανακατευτεί
εμείςθα ανακατευτούμε
εσείςθα ανακατευτείτε
αυτοί/ές/άθα ανακατευτούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώανακατευόμουν
εσύανακατευόσουν
αυτός/ή/όανακατευόταν
εμείςανακατευόμαστε
εσείςανακατευόσαστε
αυτοί/ές/άανακατεύονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ανακατεύομαι
εσύθα ανακατεύεσαι
αυτός/ή/όθα ανακατεύεται
εμείςθα ανακατευόμαστε
εσείςθα ανακατεύεστε
αυτοί/ές/άθα ανακατεύονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ανακατευτεί
εσύέχεις ανακατευτεί
αυτός/ή/όέχει ανακατευτεί
εμείςέχουμε ανακατευτεί
εσείςέχετε ανακατευτεί
αυτοί/ές/άέχουν ανακατευτεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ανακατευτεί
εσύείχες ανακατευτεί
αυτός/ή/όείχε ανακατευτεί
εμείςείχαμε ανακατευτεί
εσείςείχατε ανακατευτεί
αυτοί/ές/άείχαν ανακατευτεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ανακατευτεί
εσύθα έχεις ανακατευτεί
αυτός/ή/όθα έχει ανακατευτεί
εμείςθα έχουμε ανακατευτεί
εσείςθα έχετε ανακατευτεί
αυτοί/ές/άθα έχουν ανακατευτεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύανακατέψου
εσείςανακατευτείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςανακατεύεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ανακατευτώ
εσύνα ανακατευτείς
αυτός/ή/όνα ανακατευτεί
εμείςνα ανακατευτούμε
εσείςνα ανακατευτείτε
αυτοί/ές/άνα ανακατευτούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ανακατεύομαι
εσύνα ανακατεύεσαι
αυτός/ή/όνα ανακατεύεται
εμείςνα ανακατευόμαστε
εσείςνα ανακατεύεστε
αυτοί/ές/άνα ανακατεύονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ανακατευτεί
εσύνα έχεις ανακατευτεί
αυτός/ή/όνα έχει ανακατευτεί
εμείςνα έχουμε ανακατευτεί
εσείςνα έχετε ανακατευτεί
αυτοί/ές/άνα έχουν ανακατευτεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ανακατευτεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ανακατευτώ
εσύθα ανακατευτείς
αυτός/ή/όθα ανακατευτεί
εμείςθα ανακατευτούμε
εσείςθα ανακατευτείτε
αυτοί/ές/άθα ανακατευτούν