BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αναθεματίζω

проклинать, отлучать от церкви

curse, excommunicate

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαναθεματίζω
εσύαναθεματίζεις
αυτός/ή/όαναθεματίζει
εμείςαναθεματίζουμε
εσείςαναθεματίζετε
αυτοί/ές/άαναθεματίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαναθεμάτισα
εσύαναθεμάτισες
αυτός/ή/όαναθεμάτισε
εμείςαναθεματίσαμε
εσείςαναθεματίσατε
αυτοί/ές/άαναθεμάτισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αναθεματίσω
εσύθα αναθεματίσεις
αυτός/ή/όθα αναθεματίσει
εμείςθα αναθεματίσουμε
εσείςθα αναθεματίσετε
αυτοί/ές/άθα αναθεματίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαναθεμάτιζα
εσύαναθεμάτιζες
αυτός/ή/όαναθεμάτιζε
εμείςαναθεματίζαμε
εσείςαναθεματίζατε
αυτοί/ές/άαναθεμάτιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αναθεματίζω
εσύθα αναθεματίζεις
αυτός/ή/όθα αναθεματίζει
εμείςθα αναθεματίζουμε
εσείςθα αναθεματίζετε
αυτοί/ές/άθα αναθεματίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αναθεματίσει
εσύέχεις αναθεματίσει
αυτός/ή/όέχει αναθεματίσει
εμείςέχουμε αναθεματίσει
εσείςέχετε αναθεματίσει
αυτοί/ές/άέχουν αναθεματίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αναθεματίσει
εσύείχες αναθεματίσει
αυτός/ή/όείχε αναθεματίσει
εμείςείχαμε αναθεματίσει
εσείςείχατε αναθεματίσει
αυτοί/ές/άείχαν αναθεματίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αναθεματίσει
εσύθα έχεις αναθεματίσει
αυτός/ή/όθα έχει αναθεματίσει
εμείςθα έχουμε αναθεματίσει
εσείςθα έχετε αναθεματίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αναθεματίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαναθεμάτισε
εσείςαναθεματίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαναθεμάτιζε
εσείςαναθεματίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αναθεματίσω
εσύνα αναθεματίσεις
αυτός/ή/όνα αναθεματίσει
εμείςνα αναθεματίσουμε
εσείςνα αναθεματίσετε
αυτοί/ές/άνα αναθεματίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αναθεματίζω
εσύνα αναθεματίζεις
αυτός/ή/όνα αναθεματίζει
εμείςνα αναθεματίζουμε
εσείςνα αναθεματίζετε
αυτοί/ές/άνα αναθεματίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αναθεματίσει
εσύνα έχεις αναθεματίσει
αυτός/ή/όνα έχει αναθεματίσει
εμείςνα έχουμε αναθεματίσει
εσείςνα έχετε αναθεματίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αναθεματίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αναθεματίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αναθεματίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αναθεμάτιζα
εσύθα αναθεμάτιζες
αυτός/ή/όθα αναθεμάτιζε
εμείςθα αναθεματίζαμε
εσείςθα αναθεματίζατε
αυτοί/ές/άθα αναθεμάτιζαν