BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αναζωπυρώνω

заново зажигать, разжигать вновь

reignite, rekindle

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαναζωπυρώνω
εσύαναζωπυρώνεις
αυτός/ή/όαναζωπυρώνει
εμείςαναζωπυρώνουμε
εσείςαναζωπυρώνετε
αυτοί/ές/άαναζωπυρώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαναζωπύρωσα
εσύαναζωπύρωσες
αυτός/ή/όαναζωπύρωσε
εμείςαναζωπυρώσαμε
εσείςαναζωπυρώσατε
αυτοί/ές/άαναζωπύρωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αναζωπυρώσω
εσύθα αναζωπυρώσεις
αυτός/ή/όθα αναζωπυρώσει
εμείςθα αναζωπυρώσουμε
εσείςθα αναζωπυρώσετε
αυτοί/ές/άθα αναζωπυρώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαναζωπύρωνα
εσύαναζωπύρωνες
αυτός/ή/όαναζωπύρωνε
εμείςαναζωπυρώναμε
εσείςαναζωπυρώνατε
αυτοί/ές/άαναζωπύρωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αναζωπυρώνω
εσύθα αναζωπυρώνεις
αυτός/ή/όθα αναζωπυρώνει
εμείςθα αναζωπυρώνουμε
εσείςθα αναζωπυρώνετε
αυτοί/ές/άθα αναζωπυρώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αναζωπυρώσει
εσύέχεις αναζωπυρώσει
αυτός/ή/όέχει αναζωπυρώσει
εμείςέχουμε αναζωπυρώσει
εσείςέχετε αναζωπυρώσει
αυτοί/ές/άέχουν αναζωπυρώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αναζωπυρώσει
εσύείχες αναζωπυρώσει
αυτός/ή/όείχε αναζωπυρώσει
εμείςείχαμε αναζωπυρώσει
εσείςείχατε αναζωπυρώσει
αυτοί/ές/άείχαν αναζωπυρώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αναζωπυρώσει
εσύθα έχεις αναζωπυρώσει
αυτός/ή/όθα έχει αναζωπυρώσει
εμείςθα έχουμε αναζωπυρώσει
εσείςθα έχετε αναζωπυρώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αναζωπυρώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαναζωπύρωσε
εσείςαναζωπυρώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαναζωπύρωνε
εσείςαναζωπυρώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αναζωπυρώσω
εσύνα αναζωπυρώσεις
αυτός/ή/όνα αναζωπυρώσει
εμείςνα αναζωπυρώσουμε
εσείςνα αναζωπυρώσετε
αυτοί/ές/άνα αναζωπυρώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αναζωπυρώνω
εσύνα αναζωπυρώνεις
αυτός/ή/όνα αναζωπυρώνει
εμείςνα αναζωπυρώνουμε
εσείςνα αναζωπυρώνετε
αυτοί/ές/άνα αναζωπυρώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αναζωπυρώσει
εσύνα έχεις αναζωπυρώσει
αυτός/ή/όνα έχει αναζωπυρώσει
εμείςνα έχουμε αναζωπυρώσει
εσείςνα έχετε αναζωπυρώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αναζωπυρώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αναζωπυρώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αναζωπυρώνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αναζωπύρωνα
εσύθα αναζωπύρωνες
αυτός/ή/όθα αναζωπύρωνε
εμείςθα αναζωπυρώναμε
εσείςθα αναζωπυρώνατε
αυτοί/ές/άθα αναζωπύρωναν