BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αναγνωρίζομαι

становиться признанным, признанным, опознанным

become recognized, acknowledged, identified

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαναγνωρίζομαι
εσύαναγνωρίζεσαι
αυτός/ή/όαναγνωρίζεται
εμείςαναγνωριζόμαστε
εσείςαναγνωρίζεστε
αυτοί/ές/άαναγνωρίζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαναγνωρίστηκα
εσύαναγνωρίστηκες
αυτός/ή/όαναγνωρίστηκε
εμείςαναγνωριστήκαμε
εσείςαναγνωριστήκατε
αυτοί/ές/άαναγνωρίστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αναγνωριστώ
εσύθα αναγνωριστείς
αυτός/ή/όθα αναγνωριστεί
εμείςθα αναγνωριστούμε
εσείςθα αναγνωριστείτε
αυτοί/ές/άθα αναγνωριστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαναγνωριζόμουν
εσύαναγνωριζόσουν
αυτός/ή/όαναγνωριζόταν
εμείςαναγνωριζόμαστε
εσείςαναγνωριζόσαστε
αυτοί/ές/άαναγνωρίζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αναγνωρίζομαι
εσύθα αναγνωρίζεσαι
αυτός/ή/όθα αναγνωρίζεται
εμείςθα αναγνωριζόμαστε
εσείςθα αναγνωρίζεστε
αυτοί/ές/άθα αναγνωρίζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αναγνωριστεί
εσύέχεις αναγνωριστεί
αυτός/ή/όέχει αναγνωριστεί
εμείςέχουμε αναγνωριστεί
εσείςέχετε αναγνωριστεί
αυτοί/ές/άέχουν αναγνωριστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αναγνωριστεί
εσύείχες αναγνωριστεί
αυτός/ή/όείχε αναγνωριστεί
εμείςείχαμε αναγνωριστεί
εσείςείχατε αναγνωριστεί
αυτοί/ές/άείχαν αναγνωριστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αναγνωριστεί
εσύθα έχεις αναγνωριστεί
αυτός/ή/όθα έχει αναγνωριστεί
εμείςθα έχουμε αναγνωριστεί
εσείςθα έχετε αναγνωριστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν αναγνωριστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαναγνωρίσου
εσείςαναγνωριστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςαναγνωρίζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αναγνωριστώ
εσύνα αναγνωριστείς
αυτός/ή/όνα αναγνωριστεί
εμείςνα αναγνωριστούμε
εσείςνα αναγνωριστείτε
αυτοί/ές/άνα αναγνωριστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αναγνωρίζομαι
εσύνα αναγνωρίζεσαι
αυτός/ή/όνα αναγνωρίζεται
εμείςνα αναγνωριζόμαστε
εσείςνα αναγνωρίζεστε
αυτοί/ές/άνα αναγνωρίζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αναγνωριστεί
εσύνα έχεις αναγνωριστεί
αυτός/ή/όνα έχει αναγνωριστεί
εμείςνα έχουμε αναγνωριστεί
εσείςνα έχετε αναγνωριστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν αναγνωριστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αναγνωριστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αναγνωριστώ
εσύθα αναγνωριστείς
αυτός/ή/όθα αναγνωριστεί
εμείςθα αναγνωριστούμε
εσείςθα αναγνωριστείτε
αυτοί/ές/άθα αναγνωριστούν