BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αναβαπτίζω

перекрещивать

rebaptise

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαναβαπτίζω
εσύαναβαπτίζεις
αυτός/ή/όαναβαπτίζει
εμείςαναβαπτίζουμε
εσείςαναβαπτίζετε
αυτοί/ές/άαναβαπτίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαναβάπτισα
εσύαναβάπτισες
αυτός/ή/όαναβάπτισε
εμείςαναβαπτίσαμε
εσείςαναβαπτίσατε
αυτοί/ές/άαναβάπτισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αναβαπτίσω
εσύθα αναβαπτίσεις
αυτός/ή/όθα αναβαπτίσει
εμείςθα αναβαπτίσουμε
εσείςθα αναβαπτίσετε
αυτοί/ές/άθα αναβαπτίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαναβάπτιζα
εσύαναβάπτιζες
αυτός/ή/όαναβάπτιζε
εμείςαναβαπτίζαμε
εσείςαναβαπτίζατε
αυτοί/ές/άαναβάπτιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αναβαπτίζω
εσύθα αναβαπτίζεις
αυτός/ή/όθα αναβαπτίζει
εμείςθα αναβαπτίζουμε
εσείςθα αναβαπτίζετε
αυτοί/ές/άθα αναβαπτίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αναβαπτίσει
εσύέχεις αναβαπτίσει
αυτός/ή/όέχει αναβαπτίσει
εμείςέχουμε αναβαπτίσει
εσείςέχετε αναβαπτίσει
αυτοί/ές/άέχουν αναβαπτίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αναβαπτίσει
εσύείχες αναβαπτίσει
αυτός/ή/όείχε αναβαπτίσει
εμείςείχαμε αναβαπτίσει
εσείςείχατε αναβαπτίσει
αυτοί/ές/άείχαν αναβαπτίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αναβαπτίσει
εσύθα έχεις αναβαπτίσει
αυτός/ή/όθα έχει αναβαπτίσει
εμείςθα έχουμε αναβαπτίσει
εσείςθα έχετε αναβαπτίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αναβαπτίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαναβάπτισε
εσείςαναβαπτίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαναβάπτιζε
εσείςαναβαπτίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αναβαπτίσω
εσύνα αναβαπτίσεις
αυτός/ή/όνα αναβαπτίσει
εμείςνα αναβαπτίσουμε
εσείςνα αναβαπτίσετε
αυτοί/ές/άνα αναβαπτίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αναβαπτίζω
εσύνα αναβαπτίζεις
αυτός/ή/όνα αναβαπτίζει
εμείςνα αναβαπτίζουμε
εσείςνα αναβαπτίζετε
αυτοί/ές/άνα αναβαπτίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αναβαπτίσει
εσύνα έχεις αναβαπτίσει
αυτός/ή/όνα έχει αναβαπτίσει
εμείςνα έχουμε αναβαπτίσει
εσείςνα έχετε αναβαπτίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αναβαπτίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αναβαπτίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αναβαπτίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αναβάπτιζα
εσύθα αναβάπτιζες
αυτός/ή/όθα αναβάπτιζε
εμείςθα αναβαπτίζαμε
εσείςθα αναβαπτίζατε
αυτοί/ές/άθα αναβάπτιζαν