ανέρχομαι
неправильныйвзбираться, подниматься, восходить
mount, move up, rise, ascend
Ενεστώτας
Настоящее время
Настоящее время глагола
εγώανέρχομαι
εσύανέρχεσαι
αυτός/ή/όανέρχεται
εμείςανερχόμαστε
εσείςανέρχεστε
αυτοί/ές/άανέρχονται
Παρατατικός
Прошедшее длительное
Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время
εγώανερχόμουν
εσύανερχόσουν
αυτός/ή/όανερχόταν
εμείςανερχόμαστε
εσείςανερχόσαστε
αυτοί/ές/άανέρχονταν
Συνεχής Μέλλοντας
Будущее длительное
Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время
εγώθα ανέρχομαι
εσύθα ανέρχεσαι
αυτός/ή/όθα ανέρχεται
εμείςθα ανερχόμαστε
εσείςθα ανέρχεστε
αυτοί/ές/άθα ανέρχονται
Συνεχής Προστακτική
Длительное повелительное
Повелительное для длительного или повторяющегося действия
Συνεχής Υποτακτική
Длительный ипотактики
Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия
εγώνα ανέρχομαι
εσύνα ανέρχεσαι
αυτός/ή/όνα ανέρχεται
εμείςνα ανερχόμαστε
εσείςνα ανέρχεστε
αυτοί/ές/άνα ανέρχονται