BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αμολάω, αμολώ

ронять, отпускать

let fall, let go

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαμολάω, αμολώ
εσύαμολάς
αυτός/ή/όαμολάει, αμολά
εμείςαμολάμε, αμολούμε
εσείςαμολάτε
αυτοί/ές/άαμολάνε, αμολούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαμόλησα
εσύαμόλησες
αυτός/ή/όαμόλησε
εμείςαμολήσαμε
εσείςαμολήσατε
αυτοί/ές/άαμόλησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αμολήσω
εσύθα αμολήσεις
αυτός/ή/όθα αμολήσει
εμείςθα αμολήσουμε
εσείςθα αμολήσετε
αυτοί/ές/άθα αμολήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαμολούσα
εσύαμολούσες
αυτός/ή/όαμολούσε
εμείςαμολούσαμε
εσείςαμολούσατε
αυτοί/ές/άαμολούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αμολάω, αμολώ
εσύθα αμολάς
αυτός/ή/όθα αμολάει, αμολά
εμείςθα αμολάμε, αμολούμε
εσείςθα αμολάτε
αυτοί/ές/άθα αμολάνε, αμολούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αμολήσει
εσύέχεις αμολήσει
αυτός/ή/όέχει αμολήσει
εμείςέχουμε αμολήσει
εσείςέχετε αμολήσει
αυτοί/ές/άέχουν αμολήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αμολήσει
εσύείχες αμολήσει
αυτός/ή/όείχε αμολήσει
εμείςείχαμε αμολήσει
εσείςείχατε αμολήσει
αυτοί/ές/άείχαν αμολήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αμολήσει
εσύθα έχεις αμολήσει
αυτός/ή/όθα έχει αμολήσει
εμείςθα έχουμε αμολήσει
εσείςθα έχετε αμολήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αμολήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαμόλησε
εσείςαμολήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαμόλα
εσείςαμολάτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αμολήσω
εσύνα αμολήσεις
αυτός/ή/όνα αμολήσει
εμείςνα αμολήσουμε
εσείςνα αμολήσετε
αυτοί/ές/άνα αμολήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αμολάω, αμολώ
εσύνα αμολάς
αυτός/ή/όνα αμολάει, αμολά
εμείςνα αμολάμε, αμολούμε
εσείςνα αμολάτε
αυτοί/ές/άνα αμολάνε, αμολούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αμολήσει
εσύνα έχεις αμολήσει
αυτός/ή/όνα έχει αμολήσει
εμείςνα έχουμε αμολήσει
εσείςνα έχετε αμολήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αμολήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αμολήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αμολώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αμολούσα
εσύθα αμολούσες
αυτός/ή/όθα αμολούσε
εμείςθα αμολούσαμε
εσείςθα αμολούσατε
αυτοί/ές/άθα αμολούσαν