BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αμελώ

пренебрегать, игнорировать, упускать

neglect, disregard, omit

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαμελώ
εσύαμελείς
αυτός/ή/όαμελεί
εμείςαμελούμε
εσείςαμελείτε
αυτοί/ές/άαμελούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαμέλησα
εσύαμέλησες
αυτός/ή/όαμέλησε
εμείςαμελήσαμε
εσείςαμελήσατε
αυτοί/ές/άαμέλησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αμελήσω
εσύθα αμελήσεις
αυτός/ή/όθα αμελήσει
εμείςθα αμελήσουμε
εσείςθα αμελήσετε
αυτοί/ές/άθα αμελήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαμελούσα
εσύαμελούσες
αυτός/ή/όαμελούσε
εμείςαμελούσαμε
εσείςαμελούσατε
αυτοί/ές/άαμελούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αμελώ
εσύθα αμελείς
αυτός/ή/όθα αμελεί
εμείςθα αμελούμε
εσείςθα αμελείτε
αυτοί/ές/άθα αμελούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αμελήσει
εσύέχεις αμελήσει
αυτός/ή/όέχει αμελήσει
εμείςέχουμε αμελήσει
εσείςέχετε αμελήσει
αυτοί/ές/άέχουν αμελήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αμελήσει
εσύείχες αμελήσει
αυτός/ή/όείχε αμελήσει
εμείςείχαμε αμελήσει
εσείςείχατε αμελήσει
αυτοί/ές/άείχαν αμελήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αμελήσει
εσύθα έχεις αμελήσει
αυτός/ή/όθα έχει αμελήσει
εμείςθα έχουμε αμελήσει
εσείςθα έχετε αμελήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αμελήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαμέλησε
εσείςαμελήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςαμελείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αμελήσω
εσύνα αμελήσεις
αυτός/ή/όνα αμελήσει
εμείςνα αμελήσουμε
εσείςνα αμελήσετε
αυτοί/ές/άνα αμελήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αμελώ
εσύνα αμελείς
αυτός/ή/όνα αμελεί
εμείςνα αμελούμε
εσείςνα αμελείτε
αυτοί/ές/άνα αμελούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αμελήσει
εσύνα έχεις αμελήσει
αυτός/ή/όνα έχει αμελήσει
εμείςνα έχουμε αμελήσει
εσείςνα έχετε αμελήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αμελήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αμελήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αμελώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αμελούσα
εσύθα αμελούσες
αυτός/ή/όθα αμελούσε
εμείςθα αμελούσαμε
εσείςθα αμελούσατε
αυτοί/ές/άθα αμελούσαν