BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αμείβομαι

получать оплату, получать вознаграждение, быть вознаграждённым

get paid / remunerated / rewarded

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαμείβομαι
εσύαμείβεσαι
αυτός/ή/όαμείβεται
εμείςαμειβόμαστε
εσείςαμείβεστε
αυτοί/ές/άαμείβονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαμείφτηκα
εσύαμείφτηκες
αυτός/ή/όαμείφτηκε
εμείςαμειφτήκαμε
εσείςαμειφτήκατε
αυτοί/ές/άαμείφτηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αμειφτώ
εσύθα αμειφτείς
αυτός/ή/όθα αμειφτεί
εμείςθα αμειφτούμε
εσείςθα αμειφτείτε
αυτοί/ές/άθα αμειφτούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαμειβόμουν
εσύαμειβόσουν
αυτός/ή/όαμειβόταν
εμείςαμειβόμαστε
εσείςαμειβόσαστε
αυτοί/ές/άαμείβονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αμείβομαι
εσύθα αμείβεσαι
αυτός/ή/όθα αμείβεται
εμείςθα αμειβόμαστε
εσείςθα αμείβεστε
αυτοί/ές/άθα αμείβονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αμειφτεί
εσύέχεις αμειφτεί
αυτός/ή/όέχει αμειφτεί
εμείςέχουμε αμειφτεί
εσείςέχετε αμειφτεί
αυτοί/ές/άέχουν αμειφτεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αμειφτεί
εσύείχες αμειφτεί
αυτός/ή/όείχε αμειφτεί
εμείςείχαμε αμειφτεί
εσείςείχατε αμειφτεί
αυτοί/ές/άείχαν αμειφτεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αμειφτεί
εσύθα έχεις αμειφτεί
αυτός/ή/όθα έχει αμειφτεί
εμείςθα έχουμε αμειφτεί
εσείςθα έχετε αμειφτεί
αυτοί/ές/άθα έχουν αμειφτεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαμείψου
εσείςαμειφτείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςαμείβεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αμειφτώ
εσύνα αμειφτείς
αυτός/ή/όνα αμειφτεί
εμείςνα αμειφτούμε
εσείςνα αμειφτείτε
αυτοί/ές/άνα αμειφτούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αμείβομαι
εσύνα αμείβεσαι
αυτός/ή/όνα αμείβεται
εμείςνα αμειβόμαστε
εσείςνα αμείβεστε
αυτοί/ές/άνα αμείβονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αμειφτεί
εσύνα έχεις αμειφτεί
αυτός/ή/όνα έχει αμειφτεί
εμείςνα έχουμε αμειφτεί
εσείςνα έχετε αμειφτεί
αυτοί/ές/άνα έχουν αμειφτεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αμειφτεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αμειφτώ
εσύθα αμειφτείς
αυτός/ή/όθα αμειφτεί
εμείςθα αμειφτούμε
εσείςθα αμειφτείτε
αυτοί/ές/άθα αμειφτούν