BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αλληθωρίζω

косить глазами

squint

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαλληθωρίζω
εσύαλληθωρίζεις
αυτός/ή/όαλληθωρίζει
εμείςαλληθωρίζουμε
εσείςαλληθωρίζετε
αυτοί/ές/άαλληθωρίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαλληθώρισα
εσύαλληθώρισες
αυτός/ή/όαλληθώρισε
εμείςαλληθωρίσαμε
εσείςαλληθωρίσατε
αυτοί/ές/άαλληθώρισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αλληθωρίσω
εσύθα αλληθωρίσεις
αυτός/ή/όθα αλληθωρίσει
εμείςθα αλληθωρίσουμε
εσείςθα αλληθωρίσετε
αυτοί/ές/άθα αλληθωρίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαλληθώριζα
εσύαλληθώριζες
αυτός/ή/όαλληθώριζε
εμείςαλληθωρίζαμε
εσείςαλληθωρίζατε
αυτοί/ές/άαλληθώριζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αλληθωρίζω
εσύθα αλληθωρίζεις
αυτός/ή/όθα αλληθωρίζει
εμείςθα αλληθωρίζουμε
εσείςθα αλληθωρίζετε
αυτοί/ές/άθα αλληθωρίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αλληθωρίσει
εσύέχεις αλληθωρίσει
αυτός/ή/όέχει αλληθωρίσει
εμείςέχουμε αλληθωρίσει
εσείςέχετε αλληθωρίσει
αυτοί/ές/άέχουν αλληθωρίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αλληθωρίσει
εσύείχες αλληθωρίσει
αυτός/ή/όείχε αλληθωρίσει
εμείςείχαμε αλληθωρίσει
εσείςείχατε αλληθωρίσει
αυτοί/ές/άείχαν αλληθωρίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αλληθωρίσει
εσύθα έχεις αλληθωρίσει
αυτός/ή/όθα έχει αλληθωρίσει
εμείςθα έχουμε αλληθωρίσει
εσείςθα έχετε αλληθωρίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αλληθωρίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαλληθώρισε
εσείςαλληθωρίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαλληθώριζε
εσείςαλληθωρίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αλληθωρίσω
εσύνα αλληθωρίσεις
αυτός/ή/όνα αλληθωρίσει
εμείςνα αλληθωρίσουμε
εσείςνα αλληθωρίσετε
αυτοί/ές/άνα αλληθωρίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αλληθωρίζω
εσύνα αλληθωρίζεις
αυτός/ή/όνα αλληθωρίζει
εμείςνα αλληθωρίζουμε
εσείςνα αλληθωρίζετε
αυτοί/ές/άνα αλληθωρίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αλληθωρίσει
εσύνα έχεις αλληθωρίσει
αυτός/ή/όνα έχει αλληθωρίσει
εμείςνα έχουμε αλληθωρίσει
εσείςνα έχετε αλληθωρίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αλληθωρίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αλληθωρίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αλληθωρίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αλληθώριζα
εσύθα αλληθώριζες
αυτός/ή/όθα αλληθώριζε
εμείςθα αλληθωρίζαμε
εσείςθα αλληθωρίζατε
αυτοί/ές/άθα αλληθώριζαν