BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αλιεύομαι

быть выловленным, быть пойманным

be fished, be hunted

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαλιεύομαι
εσύαλιεύεσαι
αυτός/ή/όαλιεύεται
εμείςαλιευόμαστε
εσείςαλιεύεστε
αυτοί/ές/άαλιεύονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαλιεύτηκα
εσύαλιεύτηκες
αυτός/ή/όαλιεύτηκε
εμείςαλιευτήκαμε
εσείςαλιευτήκατε
αυτοί/ές/άαλιεύτηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αλιευτώ
εσύθα αλιευτείς
αυτός/ή/όθα αλιευτεί
εμείςθα αλιευτούμε
εσείςθα αλιευτείτε
αυτοί/ές/άθα αλιευτούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαλιευόμουν
εσύαλιευόσουν
αυτός/ή/όαλιευόταν
εμείςαλιευόμαστε
εσείςαλιευόσαστε
αυτοί/ές/άαλιεύονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αλιεύομαι
εσύθα αλιεύεσαι
αυτός/ή/όθα αλιεύεται
εμείςθα αλιευόμαστε
εσείςθα αλιεύεστε
αυτοί/ές/άθα αλιεύονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αλιευτεί
εσύέχεις αλιευτεί
αυτός/ή/όέχει αλιευτεί
εμείςέχουμε αλιευτεί
εσείςέχετε αλιευτεί
αυτοί/ές/άέχουν αλιευτεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αλιευτεί
εσύείχες αλιευτεί
αυτός/ή/όείχε αλιευτεί
εμείςείχαμε αλιευτεί
εσείςείχατε αλιευτεί
αυτοί/ές/άείχαν αλιευτεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αλιευτεί
εσύθα έχεις αλιευτεί
αυτός/ή/όθα έχει αλιευτεί
εμείςθα έχουμε αλιευτεί
εσείςθα έχετε αλιευτεί
αυτοί/ές/άθα έχουν αλιευτεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαλιεύσου
εσείςαλιευτείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςαλιεύεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αλιευτώ
εσύνα αλιευτείς
αυτός/ή/όνα αλιευτεί
εμείςνα αλιευτούμε
εσείςνα αλιευτείτε
αυτοί/ές/άνα αλιευτούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αλιεύομαι
εσύνα αλιεύεσαι
αυτός/ή/όνα αλιεύεται
εμείςνα αλιευόμαστε
εσείςνα αλιεύεστε
αυτοί/ές/άνα αλιεύονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αλιευτεί
εσύνα έχεις αλιευτεί
αυτός/ή/όνα έχει αλιευτεί
εμείςνα έχουμε αλιευτεί
εσείςνα έχετε αλιευτεί
αυτοί/ές/άνα έχουν αλιευτεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αλιευτεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αλιευτώ
εσύθα αλιευτείς
αυτός/ή/όθα αλιευτεί
εμείςθα αλιευτούμε
εσείςθα αλιευτείτε
αυτοί/ές/άθα αλιευτούν