BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αλητεύω

бродить, скитаться

roam, wander

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαλητεύω
εσύαλητεύεις
αυτός/ή/όαλητεύει
εμείςαλητεύουμε
εσείςαλητεύετε
αυτοί/ές/άαλητεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαλήτεψα
εσύαλήτεψες
αυτός/ή/όαλήτεψε
εμείςαλητέψαμε
εσείςαλητέψατε
αυτοί/ές/άαλήτεψαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αλητέψω
εσύθα αλητέψεις
αυτός/ή/όθα αλητέψει
εμείςθα αλητέψουμε
εσείςθα αλητέψετε
αυτοί/ές/άθα αλητέψουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαλήτευα
εσύαλήτευες
αυτός/ή/όαλήτευε
εμείςαλητεύαμε
εσείςαλητεύατε
αυτοί/ές/άαλήτευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αλητεύω
εσύθα αλητεύεις
αυτός/ή/όθα αλητεύει
εμείςθα αλητεύουμε
εσείςθα αλητεύετε
αυτοί/ές/άθα αλητεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αλητέψει
εσύέχεις αλητέψει
αυτός/ή/όέχει αλητέψει
εμείςέχουμε αλητέψει
εσείςέχετε αλητέψει
αυτοί/ές/άέχουν αλητέψει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αλητέψει
εσύείχες αλητέψει
αυτός/ή/όείχε αλητέψει
εμείςείχαμε αλητέψει
εσείςείχατε αλητέψει
αυτοί/ές/άείχαν αλητέψει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αλητέψει
εσύθα έχεις αλητέψει
αυτός/ή/όθα έχει αλητέψει
εμείςθα έχουμε αλητέψει
εσείςθα έχετε αλητέψει
αυτοί/ές/άθα έχουν αλητέψει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαλήτεψε
εσείςαλητέψτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαλήτευε
εσείςαλητεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αλητέψω
εσύνα αλητέψεις
αυτός/ή/όνα αλητέψει
εμείςνα αλητέψουμε
εσείςνα αλητέψετε
αυτοί/ές/άνα αλητέψουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αλητεύω
εσύνα αλητεύεις
αυτός/ή/όνα αλητεύει
εμείςνα αλητεύουμε
εσείςνα αλητεύετε
αυτοί/ές/άνα αλητεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αλητέψει
εσύνα έχεις αλητέψει
αυτός/ή/όνα έχει αλητέψει
εμείςνα έχουμε αλητέψει
εσείςνα έχετε αλητέψει
αυτοί/ές/άνα έχουν αλητέψει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αλητέψει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αλητεύοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αλήτευα
εσύθα αλήτευες
αυτός/ή/όθα αλήτευε
εμείςθα αλητεύαμε
εσείςθα αλητεύατε
αυτοί/ές/άθα αλήτευαν