BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αλαφιάζω

пугать, вызывать панику, вспугивать

startle, panic, spook

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαλαφιάζω
εσύαλαφιάζεις
αυτός/ή/όαλαφιάζει
εμείςαλαφιάζουμε
εσείςαλαφιάζετε
αυτοί/ές/άαλαφιάζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαλάφιασα
εσύαλάφιασες
αυτός/ή/όαλάφιασε
εμείςαλαφιάσαμε
εσείςαλαφιάσατε
αυτοί/ές/άαλάφιασαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αλαφιάσω
εσύθα αλαφιάσεις
αυτός/ή/όθα αλαφιάσει
εμείςθα αλαφιάσουμε
εσείςθα αλαφιάσετε
αυτοί/ές/άθα αλαφιάσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαλάφιαζα
εσύαλάφιαζες
αυτός/ή/όαλάφιαζε
εμείςαλαφιάζαμε
εσείςαλαφιάζετε
αυτοί/ές/άαλάφιαζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αλαφιάζω
εσύθα αλαφιάζεις
αυτός/ή/όθα αλαφιάζει
εμείςθα αλαφιάζουμε
εσείςθα αλαφιάζετε
αυτοί/ές/άθα αλαφιάζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αλαφιάσει
εσύέχεις αλαφιάσει
αυτός/ή/όέχει αλαφιάσει
εμείςέχουμε αλαφιάσει
εσείςέχετε αλαφιάσει
αυτοί/ές/άέχουν αλαφιάσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αλαφιάσει
εσύείχες αλαφιάσει
αυτός/ή/όείχε αλαφιάσει
εμείςείχαμε αλαφιάσει
εσείςείχατε αλαφιάσει
αυτοί/ές/άείχαν αλαφιάσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αλαφιάσει
εσύθα έχεις αλαφιάσει
αυτός/ή/όθα έχει αλαφιάσει
εμείςθα έχουμε αλαφιάσει
εσείςθα έχετε αλαφιάσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αλαφιάσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαλάφιασε
εσείςαλαφιάστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαλάφιαζε
εσείςαλαφιάζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αλαφιάσω
εσύνα αλαφιάσεις
αυτός/ή/όνα αλαφιάσει
εμείςνα αλαφιάσουμε
εσείςνα αλαφιάσετε
αυτοί/ές/άνα αλαφιάσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αλαφιάζω
εσύνα αλαφιάζεις
αυτός/ή/όνα αλαφιάζει
εμείςνα αλαφιάζουμε
εσείςνα αλαφιάζετε
αυτοί/ές/άνα αλαφιάζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αλαφιάσει
εσύνα έχεις αλαφιάσει
αυτός/ή/όνα έχει αλαφιάσει
εμείςνα έχουμε αλαφιάσει
εσείςνα έχετε αλαφιάσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αλαφιάσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αλαφιάσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αλαφιάζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αλάφιαζα
εσύθα αλάφιαζες
αυτός/ή/όθα αλάφιαζε
εμείςθα αλαφιάζαμε
εσείςθα αλαφιάζετε
αυτοί/ές/άθα αλάφιαζαν