BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ακυρώνω

отменять, аннулировать, признавать недействительным

cancel, annul, invalidate

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώακυρώνω
εσύακυρώνεις
αυτός/ή/όακυρώνει
εμείςακυρώνουμε
εσείςακυρώνετε
αυτοί/ές/άακυρώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώακύρωσα
εσύακύρωσες
αυτός/ή/όακύρωσε
εμείςακυρώσαμε
εσείςακυρώσατε
αυτοί/ές/άακύρωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ακυρώσω
εσύθα ακυρώσεις
αυτός/ή/όθα ακυρώσει
εμείςθα ακυρώσουμε
εσείςθα ακυρώσετε
αυτοί/ές/άθα ακυρώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώακύρωνα
εσύακύρωνες
αυτός/ή/όακύρωνε
εμείςακυρώναμε
εσείςακυρώνατε
αυτοί/ές/άακύρωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ακυρώνω
εσύθα ακυρώνεις
αυτός/ή/όθα ακυρώνει
εμείςθα ακυρώνουμε
εσείςθα ακυρώνετε
αυτοί/ές/άθα ακυρώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ακυρώσει
εσύέχεις ακυρώσει
αυτός/ή/όέχει ακυρώσει
εμείςέχουμε ακυρώσει
εσείςέχετε ακυρώσει
αυτοί/ές/άέχουν ακυρώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ακυρώσει
εσύείχες ακυρώσει
αυτός/ή/όείχε ακυρώσει
εμείςείχαμε ακυρώσει
εσείςείχατε ακυρώσει
αυτοί/ές/άείχαν ακυρώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ακυρώσει
εσύθα έχεις ακυρώσει
αυτός/ή/όθα έχει ακυρώσει
εμείςθα έχουμε ακυρώσει
εσείςθα έχετε ακυρώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ακυρώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύακύρωσε
εσείςακυρώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύακύρωνε
εσείςακυρώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ακυρώσω
εσύνα ακυρώσεις
αυτός/ή/όνα ακυρώσει
εμείςνα ακυρώσουμε
εσείςνα ακυρώσετε
αυτοί/ές/άνα ακυρώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ακυρώνω
εσύνα ακυρώνεις
αυτός/ή/όνα ακυρώνει
εμείςνα ακυρώνουμε
εσείςνα ακυρώνετε
αυτοί/ές/άνα ακυρώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ακυρώσει
εσύνα έχεις ακυρώσει
αυτός/ή/όνα έχει ακυρώσει
εμείςνα έχουμε ακυρώσει
εσείςνα έχετε ακυρώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ακυρώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ακυρώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ακυρώνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ακύρωνα
εσύθα ακύρωνες
αυτός/ή/όθα ακύρωνε
εμείςθα ακυρώναμε
εσείςθα ακυρώνατε
αυτοί/ές/άθα ακύρωναν