BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ακροβολίζομαι

красться, чтобы навредить кому-либо, перестреливаться

skulk to hurt someone, skirmish

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώακροβολίζομαι
εσύακροβολίζεσαι
αυτός/ή/όακροβολίζεται
εμείςακροβολιζόμαστε
εσείςακροβολίζεστε
αυτοί/ές/άακροβολίζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώακροβολίστηκα
εσύακροβολίστηκες
αυτός/ή/όακροβολίστηκε
εμείςακροβολιστήκαμε
εσείςακροβολιστήκατε
αυτοί/ές/άακροβολίστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ακροβολιστώ
εσύθα ακροβολιστείς
αυτός/ή/όθα ακροβολιστεί
εμείςθα ακροβολιστούμε
εσείςθα ακροβολιστείτε
αυτοί/ές/άθα ακροβολιστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώακροβολιζόμουν
εσύακροβολιζόσουν
αυτός/ή/όακροβολιζόταν
εμείςακροβολιζόμαστε
εσείςακροβολιζόσαστε
αυτοί/ές/άακροβολίζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ακροβολίζομαι
εσύθα ακροβολίζεσαι
αυτός/ή/όθα ακροβολίζεται
εμείςθα ακροβολιζόμαστε
εσείςθα ακροβολίζεστε
αυτοί/ές/άθα ακροβολίζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ακροβολιστεί
εσύέχεις ακροβολιστεί
αυτός/ή/όέχει ακροβολιστεί
εμείςέχουμε ακροβολιστεί
εσείςέχετε ακροβολιστεί
αυτοί/ές/άέχουν ακροβολιστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ακροβολιστεί
εσύείχες ακροβολιστεί
αυτός/ή/όείχε ακροβολιστεί
εμείςείχαμε ακροβολιστεί
εσείςείχατε ακροβολιστεί
αυτοί/ές/άείχαν ακροβολιστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ακροβολιστεί
εσύθα έχεις ακροβολιστεί
αυτός/ή/όθα έχει ακροβολιστεί
εμείςθα έχουμε ακροβολιστεί
εσείςθα έχετε ακροβολιστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν ακροβολιστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύακροβολίσου
εσείςακροβολιστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςακροβολίζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ακροβολιστώ
εσύνα ακροβολιστείς
αυτός/ή/όνα ακροβολιστεί
εμείςνα ακροβολιστούμε
εσείςνα ακροβολιστείτε
αυτοί/ές/άνα ακροβολιστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ακροβολίζομαι
εσύνα ακροβολίζεσαι
αυτός/ή/όνα ακροβολίζεται
εμείςνα ακροβολιζόμαστε
εσείςνα ακροβολίζεστε
αυτοί/ές/άνα ακροβολίζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ακροβολιστεί
εσύνα έχεις ακροβολιστεί
αυτός/ή/όνα έχει ακροβολιστεί
εμείςνα έχουμε ακροβολιστεί
εσείςνα έχετε ακροβολιστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν ακροβολιστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ακροβολιστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ακροβολιστώ
εσύθα ακροβολιστείς
αυτός/ή/όθα ακροβολιστεί
εμείςθα ακροβολιστούμε
εσείςθα ακροβολιστείτε
αυτοί/ές/άθα ακροβολιστούν