BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ακομπανιάρομαι

сопровождаться, аккомпанироваться

accompany

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώακομπανιάρομαι
εσύακομπανιάρεσαι
αυτός/ή/όακομπανιάρεται
εμείςακομπανιαριζόμαστε
εσείςακομπανιάρεστε, ακομπανιαριζόσαστε
αυτοί/ές/άακομπανιάρονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώακομπανιαρίστηκα
εσύακομπανιαρίστηκες
αυτός/ή/όακομπανιαρίστηκε
εμείςακομπανιαριστήκαμε
εσείςακομπανιαριστήκατε
αυτοί/ές/άακομπανιαρίστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ακομπανιαριστώ
εσύθα ακομπανιαριστείς
αυτός/ή/όθα ακομπανιαριστεί
εμείςθα ακομπανιαριστούμε
εσείςθα ακομπανιαριστείτε
αυτοί/ές/άθα ακομπανιαριστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώακομπανιαριζόμουν
εσύακομπανιαριζόσουν
αυτός/ή/όακομπανιαριζόταν
εμείςακομπανιαριζόμαστε
εσείςακομπανιάρεστε, ακομπανιαριζόσαστε
αυτοί/ές/άακομπανιαρίζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ακομπανιάρομαι
εσύθα ακομπανιάρεσαι
αυτός/ή/όθα ακομπανιάρεται
εμείςθα ακομπανιαριζόμαστε
εσείςθα ακομπανιάρεστε, ακομπανιαριζόσαστε
αυτοί/ές/άθα ακομπανιάρονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ακομπανιαριστεί
εσύέχεις ακομπανιαριστεί
αυτός/ή/όέχει ακομπανιαριστεί
εμείςέχουμε ακομπανιαριστεί
εσείςέχετε ακομπανιαριστεί
αυτοί/ές/άέχουν ακομπανιαριστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ακομπανιαριστεί
εσύείχες ακομπανιαριστεί
αυτός/ή/όείχε ακομπανιαριστεί
εμείςείχαμε ακομπανιαριστεί
εσείςείχατε ακομπανιαριστεί
αυτοί/ές/άείχαν ακομπανιαριστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ακομπανιαριστεί
εσύθα έχεις ακομπανιαριστεί
αυτός/ή/όθα έχει ακομπανιαριστεί
εμείςθα έχουμε ακομπανιαριστεί
εσείςθα έχετε ακομπανιαριστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν ακομπανιαριστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσείςακομπανιαριστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςακομπανιάρεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ακομπανιαριστώ
εσύνα ακομπανιαριστείς
αυτός/ή/όνα ακομπανιαριστεί
εμείςνα ακομπανιαριστούμε
εσείςνα ακομπανιαριστείτε
αυτοί/ές/άνα ακομπανιαριστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ακομπανιάρομαι
εσύνα ακομπανιάρεσαι
αυτός/ή/όνα ακομπανιάρεται
εμείςνα ακομπανιαριζόμαστε
εσείςνα ακομπανιάρεστε, ακομπανιαριζόσαστε
αυτοί/ές/άνα ακομπανιάρονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ακομπανιαριστεί
εσύνα έχεις ακομπανιαριστεί
αυτός/ή/όνα έχει ακομπανιαριστεί
εμείςνα έχουμε ακομπανιαριστεί
εσείςνα έχετε ακομπανιαριστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν ακομπανιαριστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ακομπανιαριστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ακομπανιαριστώ
εσύθα ακομπανιαριστείς
αυτός/ή/όθα ακομπανιαριστεί
εμείςθα ακομπανιαριστούμε
εσείςθα ακομπανιαριστείτε
αυτοί/ές/άθα ακομπανιαριστούν