BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

ακινητοποιούμαι

быть обездвиженным, останавливаться

get immobilized, stop

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώακινητοποιούμαι
εσύακινητοποιείσαι
αυτός/ή/όακινητοποιείται
εμείςακινητοποιούμαστε
εσείςακινητοποιείστε
αυτοί/ές/άακινητοποιούνται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώακινητοποιήθηκα
εσύακινητοποιήθηκες
αυτός/ή/όακινητοποιήθηκε
εμείςακινητοποιηθήκαμε
εσείςακινητοποιηθήκατε
αυτοί/ές/άακινητοποιήθηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ακινητοποιηθώ
εσύθα ακινητοποιηθείς
αυτός/ή/όθα ακινητοποιηθεί
εμείςθα ακινητοποιηθούμε
εσείςθα ακινητοποιηθείτε
αυτοί/ές/άθα ακινητοποιηθούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώακινητοποιούμουν
εσύακινητοποιούσουν
αυτός/ή/όακινητοποιούνταν
εμείςακινητοποιούμαστε
εσείςακινητοποιούσαστε
αυτοί/ές/άακινητοποιούνταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ακινητοποιούμαι
εσύθα ακινητοποιείσαι
αυτός/ή/όθα ακινητοποιείται
εμείςθα ακινητοποιούμαστε
εσείςθα ακινητοποιείστε
αυτοί/ές/άθα ακινητοποιούνται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ακινητοποιηθεί
εσύέχεις ακινητοποιηθεί
αυτός/ή/όέχει ακινητοποιηθεί
εμείςέχουμε ακινητοποιηθεί
εσείςέχετε ακινητοποιηθεί
αυτοί/ές/άέχουν ακινητοποιηθεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ακινητοποιηθεί
εσύείχες ακινητοποιηθεί
αυτός/ή/όείχε ακινητοποιηθεί
εμείςείχαμε ακινητοποιηθεί
εσείςείχατε ακινητοποιηθεί
αυτοί/ές/άείχαν ακινητοποιηθεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ακινητοποιηθεί
εσύθα έχεις ακινητοποιηθεί
αυτός/ή/όθα έχει ακινητοποιηθεί
εμείςθα έχουμε ακινητοποιηθεί
εσείςθα έχετε ακινητοποιηθεί
αυτοί/ές/άθα έχουν ακινητοποιηθεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύακινητοποιήσου
εσείςακινητοποιηθείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςακινητοποιείστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ακινητοποιηθώ
εσύνα ακινητοποιηθείς
αυτός/ή/όνα ακινητοποιηθεί
εμείςνα ακινητοποιηθούμε
εσείςνα ακινητοποιηθείτε
αυτοί/ές/άνα ακινητοποιηθούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ακινητοποιούμαι
εσύνα ακινητοποιείσαι
αυτός/ή/όνα ακινητοποιείται
εμείςνα ακινητοποιούμαστε
εσείςνα ακινητοποιείστε
αυτοί/ές/άνα ακινητοποιούνται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ακινητοποιηθεί
εσύνα έχεις ακινητοποιηθεί
αυτός/ή/όνα έχει ακινητοποιηθεί
εμείςνα έχουμε ακινητοποιηθεί
εσείςνα έχετε ακινητοποιηθεί
αυτοί/ές/άνα έχουν ακινητοποιηθεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ακινητοποιηθεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ακινητοποιηθώ
εσύθα ακινητοποιηθείς
αυτός/ή/όθα ακινητοποιηθεί
εμείςθα ακινητοποιηθούμε
εσείςθα ακινητοποιηθείτε
αυτοί/ές/άθα ακινητοποιηθούν