BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αιχμαλωτίζω

захватывать, пленять, брать в плен

capture, captivate, take prisoner

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαιχμαλωτίζω
εσύαιχμαλωτίζεις
αυτός/ή/όαιχμαλωτίζει
εμείςαιχμαλωτίζουμε
εσείςαιχμαλωτίζετε
αυτοί/ές/άαιχμαλωτίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαιχμαλώτισα
εσύαιχμαλώτισες
αυτός/ή/όαιχμαλώτισε
εμείςαιχμαλωτίσαμε
εσείςαιχμαλωτίσατε
αυτοί/ές/άαιχμλώτισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αιχμαλωτίσω
εσύθα αιχμαλωτίσεις
αυτός/ή/όθα αιχμαλωτίσει
εμείςθα αιχμαλωτίσουμε
εσείςθα αιχμαλωτίσετε
αυτοί/ές/άθα αιχμαλωτίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαιχμαλώτιζα
εσύαιχμαλώτιζες
αυτός/ή/όαιχμαλώτιζε
εμείςαιχμαλωτίζαμε
εσείςαιχμαλωτίζατε
αυτοί/ές/άαιχμαλώτιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αιχμαλωτίζω
εσύθα αιχμαλωτίζεις
αυτός/ή/όθα αιχμαλωτίζει
εμείςθα αιχμαλωτίζουμε
εσείςθα αιχμαλωτίζετε
αυτοί/ές/άθα αιχμαλωτίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αιχμαλωτίσει
εσύέχεις αιχμαλωτίσει
αυτός/ή/όέχει αιχμαλωτίσει
εμείςέχουμε αιχμαλωτίσει
εσείςέχετε αιχμαλωτίσει
αυτοί/ές/άέχουν αιχμαλωτίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αιχμαλωτίσει
εσύείχες αιχμαλωτίσει
αυτός/ή/όείχε αιχμαλωτίσει
εμείςείχαμε αιχμαλωτίσει
εσείςείχατε αιχμαλωτίσει
αυτοί/ές/άείχαν αιχμαλωτίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αιχμαλωτίσει
εσύθα έχεις αιχμαλωτίσει
αυτός/ή/όθα έχει αιχμαλωτίσει
εμείςθα έχουμε αιχμαλωτίσει
εσείςθα έχετε αιχμαλωτίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αιχμαλωτίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαιχμαλώτισε
εσείςαιχμαλωτίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαιχμαλώτιζε
εσείςαιχμαλωτίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αιχμαλωτίσω
εσύνα αιχμαλωτίσεις
αυτός/ή/όνα αιχμαλωτίσει
εμείςνα αιχμαλωτίσουμε
εσείςνα αιχμαλωτίσετε
αυτοί/ές/άνα αιχμαλωτίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αιχμαλωτίζω
εσύνα αιχμαλωτίζεις
αυτός/ή/όνα αιχμαλωτίζει
εμείςνα αιχμαλωτίζουμε
εσείςνα αιχμαλωτίζετε
αυτοί/ές/άνα αιχμαλωτίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αιχμαλωτίσει
εσύνα έχεις αιχμαλωτίσει
αυτός/ή/όνα έχει αιχμαλωτίσει
εμείςνα έχουμε αιχμαλωτίσει
εσείςνα έχετε αιχμαλωτίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αιχμαλωτίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αιχμαλωτίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αιχμαλωτίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αιχμαλώτιζα
εσύθα αιχμαλώτιζες
αυτός/ή/όθα αιχμαλώτιζε
εμείςθα αιχμαλωτίζαμε
εσείςθα αιχμαλωτίζατε
αυτοί/ές/άθα αιχμαλώτιζαν