BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αιφνιδιάζομαι

удивляться, быть застигнутым врасплох

surprise, be take aback

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαιφνιδιάζομαι
εσύαιφνιδιάζεσαι
αυτός/ή/όαιφνιδιάζεται
εμείςαιφνιδιαζόμαστε
εσείςαιφνιδιάζεστε
αυτοί/ές/άαιφνιδιάζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαιφνιδιάστηκα
εσύαιφνιδιάστηκες
αυτός/ή/όαιφνιδιάστηκε
εμείςαιφνιδιαστήκαμε
εσείςαιφνιδιαστήκατε
αυτοί/ές/άαιφνιδιάστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αιφνιδιαστώ
εσύθα αιφνιδιαστείς
αυτός/ή/όθα αιφνιδιαστεί
εμείςθα αιφνιδιαστούμε
εσείςθα αιφνιδιαστείτε
αυτοί/ές/άθα αιφνιδιαστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαιφνιδιαζόμουν
εσύαιφνιδιαζόσουν
αυτός/ή/όαιφνιδιαζόταν
εμείςαιφνιδιαζόμαστε
εσείςαιφνιδιαζόσαστε
αυτοί/ές/άαιφνιδιάζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αιφνιδιάζομαι
εσύθα αιφνιδιάζεσαι
αυτός/ή/όθα αιφνιδιάζεται
εμείςθα αιφνιδιαζόμαστε
εσείςθα αιφνιδιάζεστε
αυτοί/ές/άθα αιφνιδιάζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αιφνιδιαστεί
εσύέχεις αιφνιδιαστεί
αυτός/ή/όέχει αιφνιδιαστεί
εμείςέχουμε αιφνιδιαστεί
εσείςέχετε αιφνιδιαστεί
αυτοί/ές/άέχουν αιφνιδιαστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αιφνιδιαστεί
εσύείχες αιφνιδιαστεί
αυτός/ή/όείχε αιφνιδιαστεί
εμείςείχαμε αιφνιδιαστεί
εσείςείχατε αιφνιδιαστεί
αυτοί/ές/άείχαν αιφνιδιαστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αιφνιδιαστεί
εσύθα έχεις αιφνιδιαστεί
αυτός/ή/όθα έχει αιφνιδιαστεί
εμείςθα έχουμε αιφνιδιαστεί
εσείςθα έχετε αιφνιδιαστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν αιφνιδιαστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαιφνιδιάσου
εσείςαιφνιδιαστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςαιφνιδιάζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αιφνιδιαστώ
εσύνα αιφνιδιαστείς
αυτός/ή/όνα αιφνιδιαστεί
εμείςνα αιφνιδιαστούμε
εσείςνα αιφνιδιαστείτε
αυτοί/ές/άνα αιφνιδιαστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αιφνιδιάζομαι
εσύνα αιφνιδιάζεσαι
αυτός/ή/όνα αιφνιδιάζεται
εμείςνα αιφνιδιαζόμαστε
εσείςνα αιφνιδιάζεστε
αυτοί/ές/άνα αιφνιδιάζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αιφνιδιαστεί
εσύνα έχεις αιφνιδιαστεί
αυτός/ή/όνα έχει αιφνιδιαστεί
εμείςνα έχουμε αιφνιδιαστεί
εσείςνα έχετε αιφνιδιαστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν αιφνιδιαστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αιφνιδιαστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αιφνιδιαστώ
εσύθα αιφνιδιαστείς
αυτός/ή/όθα αιφνιδιαστεί
εμείςθα αιφνιδιαστούμε
εσείςθα αιφνιδιαστείτε
αυτοί/ές/άθα αιφνιδιαστούν