BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αιτιολογούμαι

оправдываться, быть оправданным

excuse, justified

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαιτιολογούμαι
εσύαιτιολογείσαι
αυτός/ή/όαιτιολογείται
εμείςαιτιολογούμαστε
εσείςαιτιολογείστε
αυτοί/ές/άαιτιολογούνται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαιτιολογήθηκα
εσύαιτιολογήθηκες
αυτός/ή/όαιτιολογήθηκε
εμείςαιτιολογηθήκαμε
εσείςαιτιολογηθήκατε
αυτοί/ές/άαιτιολογήθηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αιτιολογηθώ
εσύθα αιτιολογηθείς
αυτός/ή/όθα αιτιολογηθεί
εμείςθα αιτιολογηθούμε
εσείςθα αιτιολογηθείτε
αυτοί/ές/άθα αιτιολογηθούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαιτιολογούμουν
εσύαιτιολογούσουν
αυτός/ή/όαιτιολογούνταν
εμείςαιτιολογούμαστε
εσείςαιτιολογούσαστε
αυτοί/ές/άαιτιολογούνταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αιτιολογούμαι
εσύθα αιτιολογείσαι
αυτός/ή/όθα αιτιολογείται
εμείςθα αιτιολογούμαστε
εσείςθα αιτιολογείστε
αυτοί/ές/άθα αιτιολογούνται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αιτιολογηθεί
εσύέχεις αιτιολογηθεί
αυτός/ή/όέχει αιτιολογηθεί
εμείςέχουμε αιτιολογηθεί
εσείςέχετε αιτιολογηθεί
αυτοί/ές/άέχουν αιτιολογηθεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αιτιολογηθεί
εσύείχες αιτιολογηθεί
αυτός/ή/όείχε αιτιολογηθεί
εμείςείχαμε αιτιολογηθεί
εσείςείχατε αιτιολογηθεί
αυτοί/ές/άείχαν αιτιολογηθεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αιτιολογηθεί
εσύθα έχεις αιτιολογηθεί
αυτός/ή/όθα έχει αιτιολογηθεί
εμείςθα έχουμε αιτιολογηθεί
εσείςθα έχετε αιτιολογηθεί
αυτοί/ές/άθα έχουν αιτιολογηθεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαιτιολογήσου
εσείςαιτιολογηθείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςαιτιολογείστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αιτιολογηθώ
εσύνα αιτιολογηθείς
αυτός/ή/όνα αιτιολογηθεί
εμείςνα αιτιολογηθούμε
εσείςνα αιτιολογηθείτε
αυτοί/ές/άνα αιτιολογηθούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αιτιολογούμαι
εσύνα αιτιολογείσαι
αυτός/ή/όνα αιτιολογείται
εμείςνα αιτιολογούμαστε
εσείςνα αιτιολογείστε
αυτοί/ές/άνα αιτιολογούνται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αιτιολογηθεί
εσύνα έχεις αιτιολογηθεί
αυτός/ή/όνα έχει αιτιολογηθεί
εμείςνα έχουμε αιτιολογηθεί
εσείςνα έχετε αιτιολογηθεί
αυτοί/ές/άνα έχουν αιτιολογηθεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αιτιολογηθεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αιτιολογηθώ
εσύθα αιτιολογηθείς
αυτός/ή/όθα αιτιολογηθεί
εμείςθα αιτιολογηθούμε
εσείςθα αιτιολογηθείτε
αυτοί/ές/άθα αιτιολογηθούν