BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αισθηματολογώ

сентиментальничать

sentimentalize

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαισθηματολογώ
εσύαισθηματολογείς
αυτός/ή/όαισθηματολογεί
εμείςαισθηματολογούμε
εσείςαισθηματολογείτε
αυτοί/ές/άαισθηματολογούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαισθηματολόγησα
εσύαισθηματολόγησες
αυτός/ή/όαισθηματολόγησε
εμείςαισθηματολογήσαμε
εσείςαισθηματολογήσατε
αυτοί/ές/άαισθηματολόγησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αισθηματολογήσω
εσύθα αισθηματολογήσεις
αυτός/ή/όθα αισθηματολογήσει
εμείςθα αισθηματολογήσουμε
εσείςθα αισθηματολογήσετε
αυτοί/ές/άθα αισθηματολογήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαισθηματολογούσα
εσύαισθηματολογούσες
αυτός/ή/όαισθηματολογούσε
εμείςαισθηματολογούσαμε
εσείςαισθηματολογούσατε
αυτοί/ές/άαισθηματολογούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αισθηματολογώ
εσύθα αισθηματολογείς
αυτός/ή/όθα αισθηματολογεί
εμείςθα αισθηματολογούμε
εσείςθα αισθηματολογείτε
αυτοί/ές/άθα αισθηματολογούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αισθηματολογήσει
εσύέχεις αισθηματολογήσει
αυτός/ή/όέχει αισθηματολογήσει
εμείςέχουμε αισθηματολογήσει
εσείςέχετε αισθηματολογήσει
αυτοί/ές/άέχουν αισθηματολογήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αισθηματολογήσει
εσύείχες αισθηματολογήσει
αυτός/ή/όείχε αισθηματολογήσει
εμείςείχαμε αισθηματολογήσει
εσείςείχατε αισθηματολογήσει
αυτοί/ές/άείχαν αισθηματολογήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αισθηματολογήσει
εσύθα έχεις αισθηματολογήσει
αυτός/ή/όθα έχει αισθηματολογήσει
εμείςθα έχουμε αισθηματολογήσει
εσείςθα έχετε αισθηματολογήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αισθηματολογήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαισθηματολόγησε
εσείςαισθηματολογήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςαισθηματολογείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αισθηματολογήσω
εσύνα αισθηματολογήσεις
αυτός/ή/όνα αισθηματολογήσει
εμείςνα αισθηματολογήσουμε
εσείςνα αισθηματολογήσετε
αυτοί/ές/άνα αισθηματολογήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αισθηματολογώ
εσύνα αισθηματολογείς
αυτός/ή/όνα αισθηματολογεί
εμείςνα αισθηματολογούμε
εσείςνα αισθηματολογείτε
αυτοί/ές/άνα αισθηματολογούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αισθηματολογήσει
εσύνα έχεις αισθηματολογήσει
αυτός/ή/όνα έχει αισθηματολογήσει
εμείςνα έχουμε αισθηματολογήσει
εσείςνα έχετε αισθηματολογήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αισθηματολογήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αισθηματολογήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αισθηματολογώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αισθηματολογούσα
εσύθα αισθηματολογούσες
αυτός/ή/όθα αισθηματολογούσε
εμείςθα αισθηματολογούσαμε
εσείςθα αισθηματολογούσατε
αυτοί/ές/άθα αισθηματολογούσαν