BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αιματοκυλάω, αιματοκυλώ

устраивать резню, проливать кровь

slaughter, massacar, bloodshed

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαιματοκυλάω, αιματοκυλώ
εσύαιματοκυλάς
αυτός/ή/όαιματοκυλάει, αιματοκυλά
εμείςαιματοκυλάμε, αιματοκυλούμε
εσείςαιματοκυλάτε
αυτοί/ές/άαιματοκυλάνε, αιματοκυλούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαιματοκύλισα
εσύαιματοκύλισες
αυτός/ή/όαιματοκύλισε
εμείςαιματοκυλίσαμε
εσείςαιματοκυλίσατε
αυτοί/ές/άαιματοκύλισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αιματοκυλίσω
εσύθα αιματοκυλίσεις
αυτός/ή/όθα αιματοκυλίσει
εμείςθα αιματοκυλίσουμε
εσείςθα αιματοκυλίσετε
αυτοί/ές/άθα αιματοκυλίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαιματοκυλούσα
εσύαιματοκυλούσες
αυτός/ή/όαιματοκυλούσε
εμείςαιματοκυλούσαμε
εσείςαιματοκυλούσατε
αυτοί/ές/άαιματοκυλούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αιματοκυλάω, αιματοκυλώ
εσύθα αιματοκυλάς
αυτός/ή/όθα αιματοκυλάει, αιματοκυλά
εμείςθα αιματοκυλάμε, αιματοκυλούμε
εσείςθα αιματοκυλάτε
αυτοί/ές/άθα αιματοκυλάνε, αιματοκυλούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αιματοκυλίσει
εσύέχεις αιματοκυλίσει
αυτός/ή/όέχει αιματοκυλίσει
εμείςέχουμε αιματοκυλίσει
εσείςέχετε αιματοκυλίσει
αυτοί/ές/άέχουν αιματοκυλίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αιματοκυλίσει
εσύείχες αιματοκυλίσει
αυτός/ή/όείχε αιματοκυλίσει
εμείςείχαμε αιματοκυλίσει
εσείςείχατε αιματοκυλίσει
αυτοί/ές/άείχαν αιματοκυλίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αιματοκυλίσει
εσύθα έχεις αιματοκυλίσει
αυτός/ή/όθα έχει αιματοκυλίσει
εμείςθα έχουμε αιματοκυλίσει
εσείςθα έχετε αιματοκυλίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αιματοκυλίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαιματοκύλισε
εσείςαιματοκυλίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαιματοκύλα
εσείςαιματοκυλάτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αιματοκυλίσω
εσύνα αιματοκυλίσεις
αυτός/ή/όνα αιματοκυλίσει
εμείςνα αιματοκυλίσουμε
εσείςνα αιματοκυλίσετε
αυτοί/ές/άνα αιματοκυλίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αιματοκυλάω, αιματοκυλώ
εσύνα αιματοκυλάς
αυτός/ή/όνα αιματοκυλάει, αιματοκυλά
εμείςνα αιματοκυλάμε, αιματοκυλούμε
εσείςνα αιματοκυλάτε
αυτοί/ές/άνα αιματοκυλάνε, αιματοκυλούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αιματοκυλίσει
εσύνα έχεις αιματοκυλίσει
αυτός/ή/όνα έχει αιματοκυλίσει
εμείςνα έχουμε αιματοκυλίσει
εσείςνα έχετε αιματοκυλίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αιματοκυλίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αιματοκυλίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αιματοκυλώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αιματοκυλούσα
εσύθα αιματοκυλούσες
αυτός/ή/όθα αιματοκυλούσε
εμείςθα αιματοκυλούσαμε
εσείςθα αιματοκυλούσατε
αυτοί/ές/άθα αιματοκυλούσαν