BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αδυνατώ

быть неспособным, не мочь

be unable, incapable

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαδυνατώ
εσύαδυνατείς
αυτός/ή/όαδυνατεί
εμείςαδυνατούμε
εσείςαδυνατείτε
αυτοί/ές/άαδυνατούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαδυνατούσα
εσύαδυνατούσες
αυτός/ή/όαδυνατούσε
εμείςαδυνατούσαμε
εσείςαδυνατούσατε
αυτοί/ές/άαδυνατούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αδυνατώ
εσύθα αδυνατείς
αυτός/ή/όθα αδυνατεί
εμείςθα αδυνατούμε
εσείςθα αδυνατείτε
αυτοί/ές/άθα αδυνατούν

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςαδυνατείτε

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αδυνατώ
εσύνα αδυνατείς
αυτός/ή/όνα αδυνατεί
εμείςνα αδυνατούμε
εσείςνα αδυνατείτε
αυτοί/ές/άνα αδυνατούν

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αδυνατώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αδυνατούσα
εσύθα αδυνατούσες
αυτός/ή/όθα αδυνατούσε
εμείςθα αδυνατούσαμε
εσείςθα αδυνατούσατε
αυτοί/ές/άθα αδυνατούσαν