BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αδελφώνω

брататься, связывать других вместе

fraternise, connect others together

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαδελφώνω
εσύαδελφώνεις
αυτός/ή/όαδελφώνει
εμείςαδελφώνουμε
εσείςαδελφώνετε
αυτοί/ές/άαδελφώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαδέλφωσα
εσύαδέλφωσες
αυτός/ή/όαδέλφωσε
εμείςαδελφώσαμε
εσείςαδελφώσατε
αυτοί/ές/άαδέλφωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αδελφώσω
εσύθα αδελφώσεις
αυτός/ή/όθα αδελφώσει
εμείςθα αδελφώσουμε
εσείςθα αδελφώσετε
αυτοί/ές/άθα αδελφώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαδέλφωνα
εσύαδέλφωνες
αυτός/ή/όαδέλφωνε
εμείςαδελφώναμε
εσείςαδελφώνατε
αυτοί/ές/άαδέλφωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αδελφώνω
εσύθα αδελφώνεις
αυτός/ή/όθα αδελφώνει
εμείςθα αδελφώνουμε
εσείςθα αδελφώνετε
αυτοί/ές/άθα αδελφώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αδελφώσει
εσύέχεις αδελφώσει
αυτός/ή/όέχει αδελφώσει
εμείςέχουμε αδελφώσει
εσείςέχετε αδελφώσει
αυτοί/ές/άέχουν αδελφώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αδελφώσει
εσύείχες αδελφώσει
αυτός/ή/όείχε αδελφώσει
εμείςείχαμε αδελφώσει
εσείςείχατε αδελφώσει
αυτοί/ές/άείχαν αδελφώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αδελφώσει
εσύθα έχεις αδελφώσει
αυτός/ή/όθα έχει αδελφώσει
εμείςθα έχουμε αδελφώσει
εσείςθα έχετε αδελφώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αδελφώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαδέλφωσε
εσείςαδελφώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαδέλφωνε
εσείςαδελφώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αδελφώσω
εσύνα αδελφώσεις
αυτός/ή/όνα αδελφώσει
εμείςνα αδελφώσουμε
εσείςνα αδελφώσετε
αυτοί/ές/άνα αδελφώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αδελφώνω
εσύνα αδελφώνεις
αυτός/ή/όνα αδελφώνει
εμείςνα αδελφώνουμε
εσείςνα αδελφώνετε
αυτοί/ές/άνα αδελφώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αδελφώσει
εσύνα έχεις αδελφώσει
αυτός/ή/όνα έχει αδελφώσει
εμείςνα έχουμε αδελφώσει
εσείςνα έχετε αδελφώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αδελφώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αδελφώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αδελφώνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αδέλφωνα
εσύθα αδέλφωνες
αυτός/ή/όθα αδέλφωνε
εμείςθα αδελφώναμε
εσείςθα αδελφώνατε
αυτοί/ές/άθα αδέλφωναν