BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αγρικάω, αγρικώ

слышать, узнавать, чувствовать

hear, learn, feel

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαγρικάω, αγρικώ
εσύαγρικάς
αυτός/ή/όαγρικάει, αγρικά
εμείςαγρικάμε, αγρικούμε
εσείςαγρικάτε
αυτοί/ές/άαγρικάνε, αγρικούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαγρίκησα
εσύαγρίκησες
αυτός/ή/όαγρίκησε
εμείςαγρικήσαμε
εσείςαγρικήσατε
αυτοί/ές/άαγρίκησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αγρικήσω
εσύθα αγρικήσεις
αυτός/ή/όθα αγρικήσει
εμείςθα αγρικήσουμε
εσείςθα αγρικήσετε
αυτοί/ές/άθα αγρικήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαγρικούσα
εσύαγρικούσες
αυτός/ή/όαγρικούσε
εμείςαγρικούσαμε
εσείςαγρικούσατε
αυτοί/ές/άαγρικούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αγρικάω, αγρικώ
εσύθα αγρικάς
αυτός/ή/όθα αγρικάει, αγρικά
εμείςθα αγρικάμε, αγρικούμε
εσείςθα αγρικάτε
αυτοί/ές/άθα αγρικάνε, αγρικούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αγρικήσει
εσύέχεις αγρικήσει
αυτός/ή/όέχει αγρικήσει
εμείςέχουμε αγρικήσει
εσείςέχετε αγρικήσει
αυτοί/ές/άέχουν αγρικήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αγρικήσει
εσύείχες αγρικήσει
αυτός/ή/όείχε αγρικήσει
εμείςείχαμε αγρικήσει
εσείςείχατε αγρικήσει
αυτοί/ές/άείχαν αγρικήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αγρικήσει
εσύθα έχεις αγρικήσει
αυτός/ή/όθα έχει αγρικήσει
εμείςθα έχουμε αγρικήσει
εσείςθα έχετε αγρικήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αγρικήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαγρίκησε
εσείςαγρικήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαγρίκα
εσείςαγρικάτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αγρικήσω
εσύνα αγρικήσεις
αυτός/ή/όνα αγρικήσει
εμείςνα αγρικήσουμε
εσείςνα αγρικήσετε
αυτοί/ές/άνα αγρικήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αγρικάω, αγρικώ
εσύνα αγρικάς
αυτός/ή/όνα αγρικάει, αγρικά
εμείςνα αγρικάμε, αγρικούμε
εσείςνα αγρικάτε
αυτοί/ές/άνα αγρικάνε, αγρικούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αγρικήσει
εσύνα έχεις αγρικήσει
αυτός/ή/όνα έχει αγρικήσει
εμείςνα έχουμε αγρικήσει
εσείςνα έχετε αγρικήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αγρικήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αγρικήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αγρικώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αγρικούσα
εσύθα αγρικούσες
αυτός/ή/όθα αγρικούσε
εμείςθα αγρικούσαμε
εσείςθα αγρικούσατε
αυτοί/ές/άθα αγρικούσαν