BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αγναντεύω

пристально смотреть, осматривать, обозревать

gazing, scan, survey

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαγναντεύω
εσύαγναντεύεις
αυτός/ή/όαγναντεύει
εμείςαγναντεύουμε
εσείςαγναντεύετε
αυτοί/ές/άαγναντεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαγνάντεψα
εσύαγνάντεψες
αυτός/ή/όαγνάντεψε
εμείςαγναντέψαμε
εσείςαγναντέψατε
αυτοί/ές/άαγνάντεψαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αγναντέψω
εσύθα αγναντέψεις
αυτός/ή/όθα αγναντέψει
εμείςθα αγναντέψουμε
εσείςθα αγναντέψετε
αυτοί/ές/άθα αγναντέψουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαγνάντευα
εσύαγνάντευες
αυτός/ή/όαγνάντευε
εμείςαγναντεύαμε
εσείςαγναντεύατε
αυτοί/ές/άαγνάντευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αγναντεύω
εσύθα αγναντεύεις
αυτός/ή/όθα αγναντεύει
εμείςθα αγναντεύουμε
εσείςθα αγναντεύετε
αυτοί/ές/άθα αγναντεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αγναντέψει
εσύέχεις αγναντέψει
αυτός/ή/όέχει αγναντέψει
εμείςέχουμε αγναντέψει
εσείςέχετε αγναντέψει
αυτοί/ές/άέχουν αγναντέψει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αγναντέψει
εσύείχες αγναντέψει
αυτός/ή/όείχε αγναντέψει
εμείςείχαμε αγναντέψει
εσείςείχατε αγναντέψει
αυτοί/ές/άείχαν αγναντέψει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αγναντέψει
εσύθα έχεις αγναντέψει
αυτός/ή/όθα έχει αγναντέψει
εμείςθα έχουμε αγναντέψει
εσείςθα έχετε αγναντέψει
αυτοί/ές/άθα έχουν αγναντέψει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαγνάντεψε
εσείςαγναντέψτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαγνάντευε
εσείςαγναντεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αγναντέψω
εσύνα αγναντέψεις
αυτός/ή/όνα αγναντέψει
εμείςνα αγναντέψουμε
εσείςνα αγναντέψετε
αυτοί/ές/άνα αγναντέψουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αγναντεύω
εσύνα αγναντεύεις
αυτός/ή/όνα αγναντεύει
εμείςνα αγναντεύουμε
εσείςνα αγναντεύετε
αυτοί/ές/άνα αγναντεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αγναντέψει
εσύνα έχεις αγναντέψει
αυτός/ή/όνα έχει αγναντέψει
εμείςνα έχουμε αγναντέψει
εσείςνα έχετε αγναντέψει
αυτοί/ές/άνα έχουν αγναντέψει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αγναντέψει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αγναντεύοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αγνάντευα
εσύθα αγνάντευες
αυτός/ή/όθα αγνάντευε
εμείςθα αγναντεύαμε
εσείςθα αγναντεύατε
αυτοί/ές/άθα αγνάντευαν