BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ωφελώ

приносить пользу, получать выгоду

benefit, gain

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώωφελώ
εσύωφελείς
αυτός/ή/όωφελεί
εμείςωφελούμε
εσείςωφελείτε
αυτοί/ές/άωφελούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώωφέλησα
εσύωφέλησες
αυτός/ή/όωφέλησε
εμείςωφελήσαμε
εσείςωφελήσατε
αυτοί/ές/άωφέλησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ωφελήσω
εσύθα ωφελήσεις
αυτός/ή/όθα ωφελήσει
εμείςθα ωφελήσουμε
εσείςθα ωφελήσετε
αυτοί/ές/άθα ωφελήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώωφελούσα
εσύωφελούσες
αυτός/ή/όωφελούσε
εμείςωφελούσαμε
εσείςωφελούσατε
αυτοί/ές/άωφελούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ωφελώ
εσύθα ωφελείς
αυτός/ή/όθα ωφελεί
εμείςθα ωφελούμε
εσείςθα ωφελείτε
αυτοί/ές/άθα ωφελούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ωφελήσει
εσύέχεις ωφελήσει
αυτός/ή/όέχει ωφελήσει
εμείςέχουμε ωφελήσει
εσείςέχετε ωφελήσει
αυτοί/ές/άέχουν ωφελήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ωφελήσει
εσύείχες ωφελήσει
αυτός/ή/όείχε ωφελήσει
εμείςείχαμε ωφελήσει
εσείςείχατε ωφελήσει
αυτοί/ές/άείχαν ωφελήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ωφελήσει
εσύθα έχεις ωφελήσει
αυτός/ή/όθα έχει ωφελήσει
εμείςθα έχουμε ωφελήσει
εσείςθα έχετε ωφελήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ωφελήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύωφέλησε
εσείςωφελήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςωφελείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ωφελήσω
εσύνα ωφελήσεις
αυτός/ή/όνα ωφελήσει
εμείςνα ωφελήσουμε
εσείςνα ωφελήσετε
αυτοί/ές/άνα ωφελήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ωφελώ
εσύνα ωφελείς
αυτός/ή/όνα ωφελεί
εμείςνα ωφελούμε
εσείςνα ωφελείτε
αυτοί/ές/άνα ωφελούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ωφελήσει
εσύνα έχεις ωφελήσει
αυτός/ή/όνα έχει ωφελήσει
εμείςνα έχουμε ωφελήσει
εσείςνα έχετε ωφελήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ωφελήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ωφελήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ωφελώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ωφελούσα
εσύθα ωφελούσες
αυτός/ή/όθα ωφελούσε
εμείςθα ωφελούσαμε
εσείςθα ωφελούσατε
αυτοί/ές/άθα ωφελούσαν