BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ψαχουλεύω

ощупывать, трогать

feel, touch

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώψαχουλεύω
εσύψαχουλεύεις
αυτός/ή/όψαχουλεύει
εμείςψαχουλεύουμε
εσείςψαχουλεύετε
αυτοί/ές/άψαχουλεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώψαχούλεψα
εσύψαχούλεψες
αυτός/ή/όψαχούλεψε
εμείςψαχουλέψαμε
εσείςψαχουλέψατε
αυτοί/ές/άψαχούλεψαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ψαχουλέψω
εσύθα ψαχουλέψεις
αυτός/ή/όθα ψαχουλέψει
εμείςθα ψαχουλέψουμε
εσείςθα ψαχουλέψετε
αυτοί/ές/άθα ψαχουλέψουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώψαχούλευα
εσύψαχούλευες
αυτός/ή/όψαχούλευε
εμείςψαχουλεύαμε
εσείςψαχουλεύατε
αυτοί/ές/άψαχούλευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ψαχουλεύω
εσύθα ψαχουλεύεις
αυτός/ή/όθα ψαχουλεύει
εμείςθα ψαχουλεύουμε
εσείςθα ψαχουλεύετε
αυτοί/ές/άθα ψαχουλεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ψαχουλέψει
εσύέχεις ψαχουλέψει
αυτός/ή/όέχει ψαχουλέψει
εμείςέχουμε ψαχουλέψει
εσείςέχετε ψαχουλέψει
αυτοί/ές/άέχουν ψαχουλέψει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ψαχουλέψει
εσύείχες ψαχουλέψει
αυτός/ή/όείχε ψαχουλέψει
εμείςείχαμε ψαχουλέψει
εσείςείχατε ψαχουλέψει
αυτοί/ές/άείχαν ψαχουλέψει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ψαχουλέψει
εσύθα έχεις ψαχουλέψει
αυτός/ή/όθα έχει ψαχουλέψει
εμείςθα έχουμε ψαχουλέψει
εσείςθα έχετε ψαχουλέψει
αυτοί/ές/άθα έχουν ψαχουλέψει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύψαχούλεψε
εσείςψαχουλέψτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύψαχούλευε
εσείςψαχουλεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ψαχουλέψω
εσύνα ψαχουλέψεις
αυτός/ή/όνα ψαχουλέψει
εμείςνα ψαχουλέψουμε
εσείςνα ψαχουλέψετε
αυτοί/ές/άνα ψαχουλέψουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ψαχουλεύω
εσύνα ψαχουλεύεις
αυτός/ή/όνα ψαχουλεύει
εμείςνα ψαχουλεύουμε
εσείςνα ψαχουλεύετε
αυτοί/ές/άνα ψαχουλεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ψαχουλέψει
εσύνα έχεις ψαχουλέψει
αυτός/ή/όνα έχει ψαχουλέψει
εμείςνα έχουμε ψαχουλέψει
εσείςνα έχετε ψαχουλέψει
αυτοί/ές/άνα έχουν ψαχουλέψει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ψαχουλέψει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ψαχουλεύοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ψαχούλευα
εσύθα ψαχούλευες
αυτός/ή/όθα ψαχούλευε
εμείςθα ψαχουλεύαμε
εσείςθα ψαχουλεύατε
αυτοί/ές/άθα ψαχούλευαν