BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

χωνεύω

переваривать

digest

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώχωνεύω
εσύχωνεύεις
αυτός/ή/όχωνεύει
εμείςχωνεύουμε
εσείςχωνεύετε
αυτοί/ές/άχωνεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώχώνεψα
εσύχώνεψες
αυτός/ή/όχώνεψε
εμείςχωνέψαμε
εσείςχωνέψατε
αυτοί/ές/άχώνεψαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα χωνέψω
εσύθα χωνέψεις
αυτός/ή/όθα χωνέψει
εμείςθα χωνέψουμε
εσείςθα χωνέψετε
αυτοί/ές/άθα χωνέψουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώχώνευα
εσύχώνευες
αυτός/ή/όχώνευε
εμείςχωνεύαμε
εσείςχωνεύατε
αυτοί/ές/άχώνευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα χωνεύω
εσύθα χωνεύεις
αυτός/ή/όθα χωνεύει
εμείςθα χωνεύουμε
εσείςθα χωνεύετε
αυτοί/ές/άθα χωνεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω χωνέψει
εσύέχεις χωνέψει
αυτός/ή/όέχει χωνέψει
εμείςέχουμε χωνέψει
εσείςέχετε χωνέψει
αυτοί/ές/άέχουν χωνέψει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα χωνέψει
εσύείχες χωνέψει
αυτός/ή/όείχε χωνέψει
εμείςείχαμε χωνέψει
εσείςείχατε χωνέψει
αυτοί/ές/άείχαν χωνέψει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω χωνέψει
εσύθα έχεις χωνέψει
αυτός/ή/όθα έχει χωνέψει
εμείςθα έχουμε χωνέψει
εσείςθα έχετε χωνέψει
αυτοί/ές/άθα έχουν χωνέψει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύχώνεψε
εσείςχωνέψτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύχώνευε
εσείςχωνεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα χωνέψω
εσύνα χωνέψεις
αυτός/ή/όνα χωνέψει
εμείςνα χωνέψουμε
εσείςνα χωνέψετε
αυτοί/ές/άνα χωνέψουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα χωνεύω
εσύνα χωνεύεις
αυτός/ή/όνα χωνεύει
εμείςνα χωνεύουμε
εσείςνα χωνεύετε
αυτοί/ές/άνα χωνεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω χωνέψει
εσύνα έχεις χωνέψει
αυτός/ή/όνα έχει χωνέψει
εμείςνα έχουμε χωνέψει
εσείςνα έχετε χωνέψει
αυτοί/ές/άνα έχουν χωνέψει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

χωνέψει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

χωνεύοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα χώνευα
εσύθα χώνευες
αυτός/ή/όθα χώνευε
εμείςθα χωνεύαμε
εσείςθα χωνεύατε
αυτοί/ές/άθα χώνευαν