BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

χρονομετρούμαι

засекать своё время

time oneself

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώχρονομετρούμαι
εσύχρονομετρείσαι
αυτός/ή/όχρονομετρείται
εμείςχρονομετρούμαστε
εσείςχρονομετρείστε
αυτοί/ές/άχρονομετρούνται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώχρονομετρήθηκα
εσύχρονομετρήθηκες
αυτός/ή/όχρονομετρήθηκε
εμείςχρονομετρηθήκαμε
εσείςχρονομετρηθήκατε
αυτοί/ές/άχρονομετρήθηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα χρονομετρηθώ
εσύθα χρονομετρηθείς
αυτός/ή/όθα χρονομετρηθεί
εμείςθα χρονομετρηθούμε
εσείςθα χρονομετρηθείτε
αυτοί/ές/άθα χρονομετρηθούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώχρονομετρούμουν
εσύχρονομετρούσουν
αυτός/ή/όχρονομετρούνταν
εμείςχρονομετρούμαστε
εσείςχρονομετρούσαστε
αυτοί/ές/άχρονομετρούνταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα χρονομετρούμαι
εσύθα χρονομετρείσαι
αυτός/ή/όθα χρονομετρείται
εμείςθα χρονομετρούμαστε
εσείςθα χρονομετρείστε
αυτοί/ές/άθα χρονομετρούνται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω χρονομετρηθεί
εσύέχεις χρονομετρηθεί
αυτός/ή/όέχει χρονομετρηθεί
εμείςέχουμε χρονομετρηθεί
εσείςέχετε χρονομετρηθεί
αυτοί/ές/άέχουν χρονομετρηθεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα χρονομετρηθεί
εσύείχες χρονομετρηθεί
αυτός/ή/όείχε χρονομετρηθεί
εμείςείχαμε χρονομετρηθεί
εσείςείχατε χρονομετρηθεί
αυτοί/ές/άείχαν χρονομετρηθεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω χρονομετρηθεί
εσύθα έχεις χρονομετρηθεί
αυτός/ή/όθα έχει χρονομετρηθεί
εμείςθα έχουμε χρονομετρηθεί
εσείςθα έχετε χρονομετρηθεί
αυτοί/ές/άθα έχουν χρονομετρηθεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύχρονομετρήσου
εσείςχρονομετρηθείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςχρονομετρείστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα χρονομετρηθώ
εσύνα χρονομετρηθείς
αυτός/ή/όνα χρονομετρηθεί
εμείςνα χρονομετρηθούμε
εσείςνα χρονομετρηθείτε
αυτοί/ές/άνα χρονομετρηθούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα χρονομετρούμαι
εσύνα χρονομετρείσαι
αυτός/ή/όνα χρονομετρείται
εμείςνα χρονομετρούμαστε
εσείςνα χρονομετρείστε
αυτοί/ές/άνα χρονομετρούνται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω χρονομετρηθεί
εσύνα έχεις χρονομετρηθεί
αυτός/ή/όνα έχει χρονομετρηθεί
εμείςνα έχουμε χρονομετρηθεί
εσείςνα έχετε χρονομετρηθεί
αυτοί/ές/άνα έχουν χρονομετρηθεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

χρονομετρηθεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα χρονομετρηθώ
εσύθα χρονομετρηθείς
αυτός/ή/όθα χρονομετρηθεί
εμείςθα χρονομετρηθούμε
εσείςθα χρονομετρηθείτε
αυτοί/ές/άθα χρονομετρηθούν