BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

χηρεύω

овдоветь

become widow

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώχηρεύω
εσύχηρεύεις
αυτός/ή/όχηρεύει
εμείςχηρεύουμε
εσείςχηρεύετε
αυτοί/ές/άχηρεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώχήρεψα
εσύχήρεψες
αυτός/ή/όχήρεψε
εμείςχηρέψαμε
εσείςχηρέψατε
αυτοί/ές/άχήρεψαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα χηρέψω
εσύθα χηρέψεις
αυτός/ή/όθα χηρέψει
εμείςθα χηρέψουμε
εσείςθα χηρέψετε
αυτοί/ές/άθα χηρέψουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώχήρευα
εσύχήρευες
αυτός/ή/όχήρευε
εμείςχηρεύαμε
εσείςχηρεύατε
αυτοί/ές/άχήρευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα χηρεύω
εσύθα χηρεύεις
αυτός/ή/όθα χηρεύει
εμείςθα χηρεύουμε
εσείςθα χηρεύετε
αυτοί/ές/άθα χηρεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω χηρέψει
εσύέχεις χηρέψει
αυτός/ή/όέχει χηρέψει
εμείςέχουμε χηρέψει
εσείςέχετε χηρέψει
αυτοί/ές/άέχουν χηρέψει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα χηρέψει
εσύείχες χηρέψει
αυτός/ή/όείχε χηρέψει
εμείςείχαμε χηρέψει
εσείςείχατε χηρέψει
αυτοί/ές/άείχαν χηρέψει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω χηρέψει
εσύθα έχεις χηρέψει
αυτός/ή/όθα έχει χηρέψει
εμείςθα έχουμε χηρέψει
εσείςθα έχετε χηρέψει
αυτοί/ές/άθα έχουν χηρέψει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύχήρεψε
εσείςχηρέψτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύχήρευε
εσείςχηρεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα χηρέψω
εσύνα χηρέψεις
αυτός/ή/όνα χηρέψει
εμείςνα χηρέψουμε
εσείςνα χηρέψετε
αυτοί/ές/άνα χηρέψουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα χηρεύω
εσύνα χηρεύεις
αυτός/ή/όνα χηρεύει
εμείςνα χηρεύουμε
εσείςνα χηρεύετε
αυτοί/ές/άνα χηρεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω χηρέψει
εσύνα έχεις χηρέψει
αυτός/ή/όνα έχει χηρέψει
εμείςνα έχουμε χηρέψει
εσείςνα έχετε χηρέψει
αυτοί/ές/άνα έχουν χηρέψει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

χηρέψει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

χηρεύοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα χήρευα
εσύθα χήρευες
αυτός/ή/όθα χήρευε
εμείςθα χηρεύαμε
εσείςθα χηρεύατε
αυτοί/ές/άθα χήρευαν