BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

χαράζω

гравировать, вырезать

engrave, carve

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώχαράζω
εσύχαράζεις
αυτός/ή/όχαράζει
εμείςχαράζουμε
εσείςχαράζετε
αυτοί/ές/άχαράζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώχάραξα
εσύχάραξες
αυτός/ή/όχάραξε
εμείςχαράξαμε
εσείςχαράξατε
αυτοί/ές/άχάραξαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα χαράξω
εσύθα χαράξεις
αυτός/ή/όθα χαράξει
εμείςθα χαράξουμε
εσείςθα χαράξετε
αυτοί/ές/άθα χαράξουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώχάραζα
εσύχάραζες
αυτός/ή/όχάραζε
εμείςχαράζαμε
εσείςχαράζατε
αυτοί/ές/άχάραζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα χαράζω
εσύθα χαράζεις
αυτός/ή/όθα χαράζει
εμείςθα χαράζουμε
εσείςθα χαράζετε
αυτοί/ές/άθα χαράζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω χαράξει
εσύέχεις χαράξει
αυτός/ή/όέχει χαράξει
εμείςέχουμε χαράξει
εσείςέχετε χαράξει
αυτοί/ές/άέχουν χαράξει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα χαράξει
εσύείχες χαράξει
αυτός/ή/όείχε χαράξει
εμείςείχαμε χαράξει
εσείςείχατε χαράξει
αυτοί/ές/άείχαν χαράξει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω χαράξει
εσύθα έχεις χαράξει
αυτός/ή/όθα έχει χαράξει
εμείςθα έχουμε χαράξει
εσείςθα έχετε χαράξει
αυτοί/ές/άθα έχουν χαράξει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύχάραξε
εσείςχαράξτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύχάραζε
εσείςχαράζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα χαράξω
εσύνα χαράξεις
αυτός/ή/όνα χαράξει
εμείςνα χαράξουμε
εσείςνα χαράξετε
αυτοί/ές/άνα χαράξουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα χαράζω
εσύνα χαράζεις
αυτός/ή/όνα χαράζει
εμείςνα χαράζουμε
εσείςνα χαράζετε
αυτοί/ές/άνα χαράζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω χαράξει
εσύνα έχεις χαράξει
αυτός/ή/όνα έχει χαράξει
εμείςνα έχουμε χαράξει
εσείςνα έχετε χαράξει
αυτοί/ές/άνα έχουν χαράξει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

χαράξει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

χαράζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα χάραζα
εσύθα χάραζες
αυτός/ή/όθα χάραζε
εμείςθα χαράζαμε
εσείςθα χαράζατε
αυτοί/ές/άθα χάραζαν