BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

χαμηλώνω

опускать, снижать

lower, bring down

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώχαμηλώνω
εσύχαμηλώνεις
αυτός/ή/όχαμηλώνει
εμείςχαμηλώνουμε
εσείςχαμηλώνετε
αυτοί/ές/άχαμηλώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώχαμήλωσα
εσύχαμήλωσες
αυτός/ή/όχαμήλωσε
εμείςχαμηλώσαμε
εσείςχαμηλώσατε
αυτοί/ές/άχαμήλωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα χαμηλώσω
εσύθα χαμηλώσεις
αυτός/ή/όθα χαμηλώσει
εμείςθα χαμηλώσουμε
εσείςθα χαμηλώσετε
αυτοί/ές/άθα χαμηλώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώχαμήλωνα
εσύχαμήλωνες
αυτός/ή/όχαμήλωνε
εμείςχαμηλώναμε
εσείςχαμηλώνατε
αυτοί/ές/άχαμήλωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα χαμηλώνω
εσύθα χαμηλώνεις
αυτός/ή/όθα χαμηλώνει
εμείςθα χαμηλώνουμε
εσείςθα χαμηλώνετε
αυτοί/ές/άθα χαμηλώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω χαμηλώσει
εσύέχεις χαμηλώσει
αυτός/ή/όέχει χαμηλώσει
εμείςέχουμε χαμηλώσει
εσείςέχετε χαμηλώσει
αυτοί/ές/άέχουν χαμηλώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα χαμηλώσει
εσύείχες χαμηλώσει
αυτός/ή/όείχε χαμηλώσει
εμείςείχαμε χαμηλώσει
εσείςείχατε χαμηλώσει
αυτοί/ές/άείχαν χαμηλώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω χαμηλώσει
εσύθα έχεις χαμηλώσει
αυτός/ή/όθα έχει χαμηλώσει
εμείςθα έχουμε χαμηλώσει
εσείςθα έχετε χαμηλώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν χαμηλώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύχαμήλωσε
εσείςχαμηλώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύχαμήλωνε
εσείςχαμηλώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα χαμηλώσω
εσύνα χαμηλώσεις
αυτός/ή/όνα χαμηλώσει
εμείςνα χαμηλώσουμε
εσείςνα χαμηλώσετε
αυτοί/ές/άνα χαμηλώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα χαμηλώνω
εσύνα χαμηλώνεις
αυτός/ή/όνα χαμηλώνει
εμείςνα χαμηλώνουμε
εσείςνα χαμηλώνετε
αυτοί/ές/άνα χαμηλώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω χαμηλώσει
εσύνα έχεις χαμηλώσει
αυτός/ή/όνα έχει χαμηλώσει
εμείςνα έχουμε χαμηλώσει
εσείςνα έχετε χαμηλώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν χαμηλώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

χαμηλώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

χαμηλώνοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

χαμηλωμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα χαμήλωνα
εσύθα χαμήλωνες
αυτός/ή/όθα χαμήλωνε
εμείςθα χαμηλώναμε
εσείςθα χαμηλώνατε
αυτοί/ές/άθα χαμήλωναν