BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

φωλιάζω

зарываться, гнездиться

burrow, nest

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώφωλιάζω
εσύφωλιάζεις
αυτός/ή/όφωλιάζει
εμείςφωλιάζουμε
εσείςφωλιάζετε
αυτοί/ές/άφωλιάζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώφώλιασα
εσύφώλιασες
αυτός/ή/όφώλιασε
εμείςφωλιάσαμε
εσείςφωλιάσατε
αυτοί/ές/άφώλιασαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα φωλιάσω
εσύθα φωλιάσεις
αυτός/ή/όθα φωλιάσει
εμείςθα φωλιάσουμε
εσείςθα φωλιάσετε
αυτοί/ές/άθα φωλιάσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώφώλιαζα
εσύφώλιαζες
αυτός/ή/όφώλιαζε
εμείςφωλιάζαμε
εσείςφωλιάζατε
αυτοί/ές/άφώλιαζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα φωλιάζω
εσύθα φωλιάζεις
αυτός/ή/όθα φωλιάζει
εμείςθα φωλιάζουμε
εσείςθα φωλιάζετε
αυτοί/ές/άθα φωλιάζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω φωλιάσει
εσύέχεις φωλιάσει
αυτός/ή/όέχει φωλιάσει
εμείςέχουμε φωλιάσει
εσείςέχετε φωλιάσει
αυτοί/ές/άέχουν φωλιάσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα φωλιάσει
εσύείχες φωλιάσει
αυτός/ή/όείχε φωλιάσει
εμείςείχαμε φωλιάσει
εσείςείχατε φωλιάσει
αυτοί/ές/άείχαν φωλιάσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω φωλιάσει
εσύθα έχεις φωλιάσει
αυτός/ή/όθα έχει φωλιάσει
εμείςθα έχουμε φωλιάσει
εσείςθα έχετε φωλιάσει
αυτοί/ές/άθα έχουν φωλιάσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύφώλιασε
εσείςφωλιάστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύφώλιαζε
εσείςφωλιάζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα φωλιάσω
εσύνα φωλιάσεις
αυτός/ή/όνα φωλιάσει
εμείςνα φωλιάσουμε
εσείςνα φωλιάσετε
αυτοί/ές/άνα φωλιάσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα φωλιάζω
εσύνα φωλιάζεις
αυτός/ή/όνα φωλιάζει
εμείςνα φωλιάζουμε
εσείςνα φωλιάζετε
αυτοί/ές/άνα φωλιάζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω φωλιάσει
εσύνα έχεις φωλιάσει
αυτός/ή/όνα έχει φωλιάσει
εμείςνα έχουμε φωλιάσει
εσείςνα έχετε φωλιάσει
αυτοί/ές/άνα έχουν φωλιάσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

φωλιάσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

φωλιάζοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

φωλιασμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα φώλιαζα
εσύθα φώλιαζες
αυτός/ή/όθα φώλιαζε
εμείςθα φωλιάζαμε
εσείςθα φωλιάζατε
αυτοί/ές/άθα φώλιαζαν