BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

φυσάω, φυσώ

неправильный

дуть

blow

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώφυσάω, φυσώ
εσύφυσάς
αυτός/ή/όφυσάει, φυσά
εμείςφυσάμε, φυσούμε
εσείςφυσάτε
αυτοί/ές/άφυσάνε, φυσούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώφύσηξα
εσύφύσηξες
αυτός/ή/όφύσηξε
εμείςφυσήξαμε
εσείςφυσήξατε
αυτοί/ές/άφύσηξαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα φυσήξω
εσύθα φυσήξεις
αυτός/ή/όθα φυσήξει
εμείςθα φυσήξουμε
εσείςθα φυσήξετε
αυτοί/ές/άθα φυσήξουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώφυσούσα
εσύφυσούσες
αυτός/ή/όφυσούσε
εμείςφυσούσαμε
εσείςφυσούσατε
αυτοί/ές/άφυσούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα φυσάω, φυσώ
εσύθα φυσάς
αυτός/ή/όθα φυσάει, φυσά
εμείςθα φυσάμε, φυσούμε
εσείςθα φυσάτε
αυτοί/ές/άθα φυσάνε, φυσούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω φυσήξει
εσύέχεις φυσήξει
αυτός/ή/όέχει φυσήξει
εμείςέχουμε φυσήξει
εσείςέχετε φυσήξει
αυτοί/ές/άέχουν φυσήξει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα φυσήξει
εσύείχες φυσήξει
αυτός/ή/όείχε φυσήξει
εμείςείχαμε φυσήξει
εσείςείχατε φυσήξει
αυτοί/ές/άείχαν φυσήξει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω φυσήξει
εσύθα έχεις φυσήξει
αυτός/ή/όθα έχει φυσήξει
εμείςθα έχουμε φυσήξει
εσείςθα έχετε φυσήξει
αυτοί/ές/άθα έχουν φυσήξει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύφύσηξε
εσείςφυσήξτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύφύσα
εσείςφυσάτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα φυσήξω
εσύνα φυσήξεις
αυτός/ή/όνα φυσήξει
εμείςνα φυσήξουμε
εσείςνα φυσήξετε
αυτοί/ές/άνα φυσήξουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα φυσάω, φυσώ
εσύνα φυσάς
αυτός/ή/όνα φυσάει, φυσά
εμείςνα φυσάμε, φυσούμε
εσείςνα φυσάτε
αυτοί/ές/άνα φυσάνε, φυσούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω φυσήξει
εσύνα έχεις φυσήξει
αυτός/ή/όνα έχει φυσήξει
εμείςνα έχουμε φυσήξει
εσείςνα έχετε φυσήξει
αυτοί/ές/άνα έχουν φυσήξει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

φυσήξει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

φυσώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα φυσούσα
εσύθα φυσούσες
αυτός/ή/όθα φυσούσε
εμείςθα φυσούσαμε
εσείςθα φυσούσατε
αυτοί/ές/άθα φυσούσαν