BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

φτάνω

достигать, прибывать, быть достаточным

reach, arrive, be enough

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώφτάνω
εσύφτάνεις
αυτός/ή/όφτάνει
εμείςφτάνουμε
εσείςφτάνετε
αυτοί/ές/άφτάνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώέφτασα
εσύέφτασες
αυτός/ή/όέφτασε
εμείςφτάσαμε
εσείςφτάσατε
αυτοί/ές/άέφτασαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα φτάσω
εσύθα φτάσεις
αυτός/ή/όθα φτάσει
εμείςθα φτάσουμε
εσείςθα φτάσετε
αυτοί/ές/άθα φτάσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώέφτανα
εσύέφτανες
αυτός/ή/όέφτανε
εμείςφτάναμε
εσείςφτάνατε
αυτοί/ές/άέφταναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα φτάνω
εσύθα φτάνεις
αυτός/ή/όθα φτάνει
εμείςθα φτάνουμε
εσείςθα φτάνετε
αυτοί/ές/άθα φτάνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω φτάσει
εσύέχεις φτάσει
αυτός/ή/όέχει φτάσει
εμείςέχουμε φτάσει
εσείςέχετε φτάσει
αυτοί/ές/άέχουν φτάσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα φτάσει
εσύείχες φτάσει
αυτός/ή/όείχε φτάσει
εμείςείχαμε φτάσει
εσείςείχατε φτάσει
αυτοί/ές/άείχαν φτάσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω φτάσει
εσύθα έχεις φτάσει
αυτός/ή/όθα έχει φτάσει
εμείςθα έχουμε φτάσει
εσείςθα έχετε φτάσει
αυτοί/ές/άθα έχουν φτάσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύφτάσε
εσείςφτάστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύφτάνε
εσείςφτάνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα φτάσω
εσύνα φτάσεις
αυτός/ή/όνα φτάσει
εμείςνα φτάσουμε
εσείςνα φτάσετε
αυτοί/ές/άνα φτάσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα φτάνω
εσύνα φτάνεις
αυτός/ή/όνα φτάνει
εμείςνα φτάνουμε
εσείςνα φτάνετε
αυτοί/ές/άνα φτάνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω φτάσει
εσύνα έχεις φτάσει
αυτός/ή/όνα έχει φτάσει
εμείςνα έχουμε φτάσει
εσείςνα έχετε φτάσει
αυτοί/ές/άνα έχουν φτάσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

φτάσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

φτάνοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

φτασμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα έφτανα
εσύθα έφτανες
αυτός/ή/όθα έφτανε
εμείςθα φτάναμε
εσείςθα φτάνατε
αυτοί/ές/άθα έφταναν