BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

φρεσκάρομαι

освежаться

freshen up

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώφρεσκάρομαι
εσύφρεσκάρεσαι
αυτός/ή/όφρεσκάρεται
εμείςφρεσκαρόμαστε
εσείςφρεσκάρεστε
αυτοί/ές/άφρεσκάρονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώφρεσκαρίστηκα
εσύφρεσκαρίστηκες
αυτός/ή/όφρεσκαρίστηκε
εμείςφρεσκαριστήκαμε
εσείςφρεσκαριστήκατε
αυτοί/ές/άφρεσκαρίστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα φρεσκαριστώ
εσύθα φρεσκαριστείς
αυτός/ή/όθα φρεσκαριστεί
εμείςθα φρεσκαριστούμε
εσείςθα φρεσκαριστείτε
αυτοί/ές/άθα φρεσκαριστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώφρεσκαριζόμουν
εσύφρεσκαριζόσουν
αυτός/ή/όφρεσκαριζόταν
εμείςφρεσκαριζόμαστε
εσείςφρεσκαριζόσαστε
αυτοί/ές/άφρεσκαρίζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα φρεσκάρομαι
εσύθα φρεσκάρεσαι
αυτός/ή/όθα φρεσκάρεται
εμείςθα φρεσκαρόμαστε
εσείςθα φρεσκάρεστε
αυτοί/ές/άθα φρεσκάρονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω φρεσκαριστεί
εσύέχεις φρεσκαριστεί
αυτός/ή/όέχει φρεσκαριστεί
εμείςέχουμε φρεσκαριστεί
εσείςέχετε φρεσκαριστεί
αυτοί/ές/άέχουν φρεσκαριστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα φρεσκαριστεί
εσύείχες φρεσκαριστεί
αυτός/ή/όείχε φρεσκαριστεί
εμείςείχαμε φρεσκαριστεί
εσείςείχατε φρεσκαριστεί
αυτοί/ές/άείχαν φρεσκαριστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω φρεσκαριστεί
εσύθα έχεις φρεσκαριστεί
αυτός/ή/όθα έχει φρεσκαριστεί
εμείςθα έχουμε φρεσκαριστεί
εσείςθα έχετε φρεσκαριστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν φρεσκαριστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύφρεσκαρίσου
εσείςφρεσκαριστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςφρεσκάρεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα φρεσκαριστώ
εσύνα φρεσκαριστείς
αυτός/ή/όνα φρεσκαριστεί
εμείςνα φρεσκαριστούμε
εσείςνα φρεσκαριστείτε
αυτοί/ές/άνα φρεσκαριστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα φρεσκάρομαι
εσύνα φρεσκάρεσαι
αυτός/ή/όνα φρεσκάρεται
εμείςνα φρεσκαρόμαστε
εσείςνα φρεσκάρεστε
αυτοί/ές/άνα φρεσκάρονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω φρεσκαριστεί
εσύνα έχεις φρεσκαριστεί
αυτός/ή/όνα έχει φρεσκαριστεί
εμείςνα έχουμε φρεσκαριστεί
εσείςνα έχετε φρεσκαριστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν φρεσκαριστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

φρεσκαριστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα φρεσκαριστώ
εσύθα φρεσκαριστείς
αυτός/ή/όθα φρεσκαριστεί
εμείςθα φρεσκαριστούμε
εσείςθα φρεσκαριστείτε
αυτοί/ές/άθα φρεσκαριστούν