BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

υποψιάζομαι

подозревать

suspect

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώυποψιάζομαι
εσύυποψιάζεσαι
αυτός/ή/όυποψιάζεται
εμείςυποψιαζόμαστε
εσείςυποψιάζεστε
αυτοί/ές/άυποψιάζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώυποψιάστηκα
εσύυποψιάστηκες
αυτός/ή/όυποψιάστηκε
εμείςυποψιαστήκαμε
εσείςυποψιαστήκατε
αυτοί/ές/άυποψιάστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα υποψιαστώ
εσύθα υποψιαστείς
αυτός/ή/όθα υποψιαστεί
εμείςθα υποψιαστούμε
εσείςθα υποψιαστείτε
αυτοί/ές/άθα υποψιαστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώυποψιαζόμουν
εσύυποψιαζόσουν
αυτός/ή/όυποψιαζόταν
εμείςυποψιαζόμαστε
εσείςυποψιαζόσαστε
αυτοί/ές/άυποψιάζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα υποψιάζομαι
εσύθα υποψιάζεσαι
αυτός/ή/όθα υποψιάζεται
εμείςθα υποψιαζόμαστε
εσείςθα υποψιάζεστε
αυτοί/ές/άθα υποψιάζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω υποψιαστεί
εσύέχεις υποψιαστεί
αυτός/ή/όέχει υποψιαστεί
εμείςέχουμε υποψιαστεί
εσείςέχετε υποψιαστεί
αυτοί/ές/άέχουν υποψιαστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα υποψιαστεί
εσύείχες υποψιαστεί
αυτός/ή/όείχε υποψιαστεί
εμείςείχαμε υποψιαστεί
εσείςείχατε υποψιαστεί
αυτοί/ές/άείχαν υποψιαστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω υποψιαστεί
εσύθα έχεις υποψιαστεί
αυτός/ή/όθα έχει υποψιαστεί
εμείςθα έχουμε υποψιαστεί
εσείςθα έχετε υποψιαστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν υποψιαστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύυποψιάσου
εσείςυποψιαστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςυποψιάζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα υποψιαστώ
εσύνα υποψιαστείς
αυτός/ή/όνα υποψιαστεί
εμείςνα υποψιαστούμε
εσείςνα υποψιαστείτε
αυτοί/ές/άνα υποψιαστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα υποψιάζομαι
εσύνα υποψιάζεσαι
αυτός/ή/όνα υποψιάζεται
εμείςνα υποψιαζόμαστε
εσείςνα υποψιάζεστε
αυτοί/ές/άνα υποψιάζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω υποψιαστεί
εσύνα έχεις υποψιαστεί
αυτός/ή/όνα έχει υποψιαστεί
εμείςνα έχουμε υποψιαστεί
εσείςνα έχετε υποψιαστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν υποψιαστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

υποψιαστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα υποψιαστώ
εσύθα υποψιαστείς
αυτός/ή/όθα υποψιαστεί
εμείςθα υποψιαστούμε
εσείςθα υποψιαστείτε
αυτοί/ές/άθα υποψιαστούν