BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

υπαγορεύομαι

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώυπαγορεύομαι
εσύυπαγορεύεσαι
αυτός/ή/όυπαγορεύεται
εμείςυπαγορευόμαστε
εσείςυπαγορεύεστε
αυτοί/ές/άυπαγορεύονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώυπαγορεύτηκα
εσύυπαγορεύτηκες
αυτός/ή/όυπαγορεύτηκε
εμείςυπαγορευτήκαμε
εσείςυπαγορευτήκατε
αυτοί/ές/άυπαγορεύτηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα υπαγορευτώ
εσύθα υπαγορευτείς
αυτός/ή/όθα υπαγορευτεί
εμείςθα υπαγορευτούμε
εσείςθα υπαγορευτείτε
αυτοί/ές/άθα υπαγορευτούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώυπαγορευόμουν
εσύυπαγορευόσουν
αυτός/ή/όυπαγορευόταν
εμείςυπαγορευόμαστε
εσείςυπαγορευόσαστε
αυτοί/ές/άυπαγορεύονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα υπαγορεύομαι
εσύθα υπαγορεύεσαι
αυτός/ή/όθα υπαγορεύεται
εμείςθα υπαγορευόμαστε
εσείςθα υπαγορεύεστε
αυτοί/ές/άθα υπαγορεύονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω υπαγορευτεί
εσύέχεις υπαγορευτεί
αυτός/ή/όέχει υπαγορευτεί
εμείςέχουμε υπαγορευτεί
εσείςέχετε υπαγορευτεί
αυτοί/ές/άέχουν υπαγορευτεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα υπαγορευτεί
εσύείχες υπαγορευτεί
αυτός/ή/όείχε υπαγορευτεί
εμείςείχαμε υπαγορευτεί
εσείςείχατε υπαγορευτεί
αυτοί/ές/άείχαν υπαγορευτεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω υπαγορευτεί
εσύθα έχεις υπαγορευτεί
αυτός/ή/όθα έχει υπαγορευτεί
εμείςθα έχουμε υπαγορευτεί
εσείςθα έχετε υπαγορευτεί
αυτοί/ές/άθα έχουν υπαγορευτεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύυπαγορεύσου
εσείςυπαγορευτείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςυπαγορεύεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα υπαγορευτώ
εσύνα υπαγορευτείς
αυτός/ή/όνα υπαγορευτεί
εμείςνα υπαγορευτούμε
εσείςνα υπαγορευτείτε
αυτοί/ές/άνα υπαγορευτούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα υπαγορεύομαι
εσύνα υπαγορεύεσαι
αυτός/ή/όνα υπαγορεύεται
εμείςνα υπαγορευόμαστε
εσείςνα υπαγορεύεστε
αυτοί/ές/άνα υπαγορεύονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω υπαγορευτεί
εσύνα έχεις υπαγορευτεί
αυτός/ή/όνα έχει υπαγορευτεί
εμείςνα έχουμε υπαγορευτεί
εσείςνα έχετε υπαγορευτεί
αυτοί/ές/άνα έχουν υπαγορευτεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

υπαγορευτεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα υπαγορευτώ
εσύθα υπαγορευτείς
αυτός/ή/όθα υπαγορευτεί
εμείςθα υπαγορευτούμε
εσείςθα υπαγορευτείτε
αυτοί/ές/άθα υπαγορευτούν