BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

τυφλώνομαι

слепнуть

go blind

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώτυφλώνομαι
εσύτυφλώνεσαι
αυτός/ή/ότυφλώνεται
εμείςτυφλωνόμαστε
εσείςτυφλώνεστε
αυτοί/ές/άτυφλώνονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώτυφλώθηκα
εσύτυφλώθηκες
αυτός/ή/ότυφλώθηκε
εμείςτυφλωθήκαμε
εσείςτυφλωθήκατε
αυτοί/ές/άτυφλώθηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα τυφλωθώ
εσύθα τυφλωθείς
αυτός/ή/όθα τυφλωθεί
εμείςθα τυφλωθούμε
εσείςθα τυφλωθείτε
αυτοί/ές/άθα τυφλωθούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώτυφλωνόμουν
εσύτυφλωνόσουν
αυτός/ή/ότυφλωνόταν
εμείςτυφλωνόμαστε
εσείςτυφλωνόσαστε
αυτοί/ές/άτυφλώνονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα τυφλώνομαι
εσύθα τυφλώνεσαι
αυτός/ή/όθα τυφλώνεται
εμείςθα τυφλωνόμαστε
εσείςθα τυφλώνεστε
αυτοί/ές/άθα τυφλώνονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω τυφλωθεί
εσύέχεις τυφλωθεί
αυτός/ή/όέχει τυφλωθεί
εμείςέχουμε τυφλωθεί
εσείςέχετε τυφλωθεί
αυτοί/ές/άέχουν τυφλωθεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα τυφλωθεί
εσύείχες τυφλωθεί
αυτός/ή/όείχε τυφλωθεί
εμείςείχαμε τυφλωθεί
εσείςείχατε τυφλωθεί
αυτοί/ές/άείχαν τυφλωθεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω τυφλωθεί
εσύθα έχεις τυφλωθεί
αυτός/ή/όθα έχει τυφλωθεί
εμείςθα έχουμε τυφλωθεί
εσείςθα έχετε τυφλωθεί
αυτοί/ές/άθα έχουν τυφλωθεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύτυφλώσου
εσείςτυφλωθείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςτυφλώνεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα τυφλωθώ
εσύνα τυφλωθείς
αυτός/ή/όνα τυφλωθεί
εμείςνα τυφλωθούμε
εσείςνα τυφλωθείτε
αυτοί/ές/άνα τυφλωθούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα τυφλώνομαι
εσύνα τυφλώνεσαι
αυτός/ή/όνα τυφλώνεται
εμείςνα τυφλωνόμαστε
εσείςνα τυφλώνεστε
αυτοί/ές/άνα τυφλώνονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω τυφλωθεί
εσύνα έχεις τυφλωθεί
αυτός/ή/όνα έχει τυφλωθεί
εμείςνα έχουμε τυφλωθεί
εσείςνα έχετε τυφλωθεί
αυτοί/ές/άνα έχουν τυφλωθεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

τυφλωθεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα τυφλωθώ
εσύθα τυφλωθείς
αυτός/ή/όθα τυφλωθεί
εμείςθα τυφλωθούμε
εσείςθα τυφλωθείτε
αυτοί/ές/άθα τυφλωθούν