BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

τριπλασιάζω

утраивать

triple

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώτριπλασιάζω
εσύτριπλασιάζεις
αυτός/ή/ότριπλασιάζει
εμείςτριπλασιάζουμε
εσείςτριπλασιάζετε
αυτοί/ές/άτριπλασιάζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώτριπλασίασα
εσύτριπλασίασες
αυτός/ή/ότριπλασίασε
εμείςτριπλασιάσαμε
εσείςτριπλασιάσατε
αυτοί/ές/άτριπλασίασαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα τριπλασιάσω
εσύθα τριπλασιάσεις
αυτός/ή/όθα τριπλασιάσει
εμείςθα τριπλασιάσουμε
εσείςθα τριπλασιάσετε
αυτοί/ές/άθα τριπλασιάσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώτριπλασίαζα
εσύτριπλασίαζες
αυτός/ή/ότριπλασίαζε
εμείςτριπλασιάζαμε
εσείςτριπλασιάζατε
αυτοί/ές/άτριπλασίαζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα τριπλασιάζω
εσύθα τριπλασιάζεις
αυτός/ή/όθα τριπλασιάζει
εμείςθα τριπλασιάζουμε
εσείςθα τριπλασιάζετε
αυτοί/ές/άθα τριπλασιάζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω τριπλασιάσει
εσύέχεις τριπλασιάσει
αυτός/ή/όέχει τριπλασιάσει
εμείςέχουμε τριπλασιάσει
εσείςέχετε τριπλασιάσει
αυτοί/ές/άέχουν τριπλασιάσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα τριπλασιάσει
εσύείχες τριπλασιάσει
αυτός/ή/όείχε τριπλασιάσει
εμείςείχαμε τριπλασιάσει
εσείςείχατε τριπλασιάσει
αυτοί/ές/άείχαν τριπλασιάσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω τριπλασιάσει
εσύθα έχεις τριπλασιάσει
αυτός/ή/όθα έχει τριπλασιάσει
εμείςθα έχουμε τριπλασιάσει
εσείςθα έχετε τριπλασιάσει
αυτοί/ές/άθα έχουν τριπλασιάσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύτριπλασίασε
εσείςτριπλασιάστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύτριπλασίαζε
εσείςτριπλασιάζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα τριπλασιάσω
εσύνα τριπλασιάσεις
αυτός/ή/όνα τριπλασιάσει
εμείςνα τριπλασιάσουμε
εσείςνα τριπλασιάσετε
αυτοί/ές/άνα τριπλασιάσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα τριπλασιάζω
εσύνα τριπλασιάζεις
αυτός/ή/όνα τριπλασιάζει
εμείςνα τριπλασιάζουμε
εσείςνα τριπλασιάζετε
αυτοί/ές/άνα τριπλασιάζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω τριπλασιάσει
εσύνα έχεις τριπλασιάσει
αυτός/ή/όνα έχει τριπλασιάσει
εμείςνα έχουμε τριπλασιάσει
εσείςνα έχετε τριπλασιάσει
αυτοί/ές/άνα έχουν τριπλασιάσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

τριπλασιάσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

τριπλασιάζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα τριπλασίαζα
εσύθα τριπλασίαζες
αυτός/ή/όθα τριπλασίαζε
εμείςθα τριπλασιάζαμε
εσείςθα τριπλασιάζατε
αυτοί/ές/άθα τριπλασίαζαν