BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

τορπιλίζω

торпедировать, саботировать

torpedo, sabotage

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώτορπιλίζω
εσύτορπιλίζεις
αυτός/ή/ότορπιλίζει
εμείςτορπιλίζουμε
εσείςτορπιλίζετε
αυτοί/ές/άτορπιλίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώτορπίλισα
εσύτορπίλισες
αυτός/ή/ότορπίλισε
εμείςτορπιλίσαμε
εσείςτορπιλίσατε
αυτοί/ές/άτορπίλισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα τορπιλίσω
εσύθα τορπιλίσεις
αυτός/ή/όθα τορπιλίσει
εμείςθα τορπιλίσουμε
εσείςθα τορπιλίσετε
αυτοί/ές/άθα τορπιλίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώτορπίλιζα
εσύτορπίλιζες
αυτός/ή/ότορπίλιζε
εμείςτορπιλίζαμε
εσείςτορπιλίζατε
αυτοί/ές/άτορπίλιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα τορπιλίζω
εσύθα τορπιλίζεις
αυτός/ή/όθα τορπιλίζει
εμείςθα τορπιλίζουμε
εσείςθα τορπιλίζετε
αυτοί/ές/άθα τορπιλίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω τορπιλίσει
εσύέχεις τορπιλίσει
αυτός/ή/όέχει τορπιλίσει
εμείςέχουμε τορπιλίσει
εσείςέχετε τορπιλίσει
αυτοί/ές/άέχουν τορπιλίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα τορπιλίσει
εσύείχες τορπιλίσει
αυτός/ή/όείχε τορπιλίσει
εμείςείχαμε τορπιλίσει
εσείςείχατε τορπιλίσει
αυτοί/ές/άείχαν τορπιλίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω τορπιλίσει
εσύθα έχεις τορπιλίσει
αυτός/ή/όθα έχει τορπιλίσει
εμείςθα έχουμε τορπιλίσει
εσείςθα έχετε τορπιλίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν τορπιλίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύτορπίλισε
εσείςτορπιλίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύτορπίλιζε
εσείςτορπιλίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα τορπιλίσω
εσύνα τορπιλίσεις
αυτός/ή/όνα τορπιλίσει
εμείςνα τορπιλίσουμε
εσείςνα τορπιλίσετε
αυτοί/ές/άνα τορπιλίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα τορπιλίζω
εσύνα τορπιλίζεις
αυτός/ή/όνα τορπιλίζει
εμείςνα τορπιλίζουμε
εσείςνα τορπιλίζετε
αυτοί/ές/άνα τορπιλίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω τορπιλίσει
εσύνα έχεις τορπιλίσει
αυτός/ή/όνα έχει τορπιλίσει
εμείςνα έχουμε τορπιλίσει
εσείςνα έχετε τορπιλίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν τορπιλίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

τορπιλίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

τορπιλίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα τορπίλιζα
εσύθα τορπίλιζες
αυτός/ή/όθα τορπίλιζε
εμείςθα τορπιλίζαμε
εσείςθα τορπιλίζατε
αυτοί/ές/άθα τορπίλιζαν