BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

τονώνομαι

тонизироваться

become toned up

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώτονώνομαι
εσύτονώνεσαι
αυτός/ή/ότονώνεται
εμείςτονωνόμαστε
εσείςτονώνεστε
αυτοί/ές/άτονώνονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώτονώθηκα
εσύτονώθηκες
αυτός/ή/ότονώθηκε
εμείςτονωθήκαμε
εσείςτονωθήκατε
αυτοί/ές/άτονώθηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα τονωθώ
εσύθα τονωθείς
αυτός/ή/όθα τονωθεί
εμείςθα τονωθούμε
εσείςθα τονωθείτε
αυτοί/ές/άθα τονωθούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώτονωνόμουν
εσύτονωνόσουν
αυτός/ή/ότονωνόταν
εμείςτονωνόμαστε
εσείςτονωνόσαστε
αυτοί/ές/άτονώνονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα τονώνομαι
εσύθα τονώνεσαι
αυτός/ή/όθα τονώνεται
εμείςθα τονωνόμαστε
εσείςθα τονώνεστε
αυτοί/ές/άθα τονώνονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω τονωθεί
εσύέχεις τονωθεί
αυτός/ή/όέχει τονωθεί
εμείςέχουμε τονωθεί
εσείςέχετε τονωθεί
αυτοί/ές/άέχουν τονωθεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα τονωθεί
εσύείχες τονωθεί
αυτός/ή/όείχε τονωθεί
εμείςείχαμε τονωθεί
εσείςείχατε τονωθεί
αυτοί/ές/άείχαν τονωθεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω τονωθεί
εσύθα έχεις τονωθεί
αυτός/ή/όθα έχει τονωθεί
εμείςθα έχουμε τονωθεί
εσείςθα έχετε τονωθεί
αυτοί/ές/άθα έχουν τονωθεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύτονώσου
εσείςτονωθείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςτονώνεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα τονωθώ
εσύνα τονωθείς
αυτός/ή/όνα τονωθεί
εμείςνα τονωθούμε
εσείςνα τονωθείτε
αυτοί/ές/άνα τονωθούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα τονώνομαι
εσύνα τονώνεσαι
αυτός/ή/όνα τονώνεται
εμείςνα τονωνόμαστε
εσείςνα τονώνεστε
αυτοί/ές/άνα τονώνονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω τονωθεί
εσύνα έχεις τονωθεί
αυτός/ή/όνα έχει τονωθεί
εμείςνα έχουμε τονωθεί
εσείςνα έχετε τονωθεί
αυτοί/ές/άνα έχουν τονωθεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

τονωθεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα τονωθώ
εσύθα τονωθείς
αυτός/ή/όθα τονωθεί
εμείςθα τονωθούμε
εσείςθα τονωθείτε
αυτοί/ές/άθα τονωθούν