BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

τολμάω, τολμώ

осмеливаться, рисковать

dare, risk

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώτολμάω, τολμώ
εσύτολμάς
αυτός/ή/ότολμάει, τολμά
εμείςτολμάμε, τολμούμε
εσείςτολμάτε
αυτοί/ές/άτολμάνε, τολμούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώτόλμησα
εσύτόλμησες
αυτός/ή/ότόλμησε
εμείςτολμήσαμε
εσείςτολμήσατε
αυτοί/ές/άτόλμησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα τολμήσω
εσύθα τολμήσεις
αυτός/ή/όθα τολμήσει
εμείςθα τολμήσουμε
εσείςθα τολμήσετε
αυτοί/ές/άθα τολμήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώτολμούσα
εσύτολμούσες
αυτός/ή/ότολμούσε
εμείςτολμούσαμε
εσείςτολμούσατε
αυτοί/ές/άτολμούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα τολμάω, τολμώ
εσύθα τολμάς
αυτός/ή/όθα τολμάει, τολμά
εμείςθα τολμάμε, τολμούμε
εσείςθα τολμάτε
αυτοί/ές/άθα τολμάνε, τολμούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω τολμήσει
εσύέχεις τολμήσει
αυτός/ή/όέχει τολμήσει
εμείςέχουμε τολμήσει
εσείςέχετε τολμήσει
αυτοί/ές/άέχουν τολμήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα τολμήσει
εσύείχες τολμήσει
αυτός/ή/όείχε τολμήσει
εμείςείχαμε τολμήσει
εσείςείχατε τολμήσει
αυτοί/ές/άείχαν τολμήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω τολμήσει
εσύθα έχεις τολμήσει
αυτός/ή/όθα έχει τολμήσει
εμείςθα έχουμε τολμήσει
εσείςθα έχετε τολμήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν τολμήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύτόλμησε
εσείςτολμήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύτόλμα
εσείςτολμάτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα τολμήσω
εσύνα τολμήσεις
αυτός/ή/όνα τολμήσει
εμείςνα τολμήσουμε
εσείςνα τολμήσετε
αυτοί/ές/άνα τολμήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα τολμάω, τολμώ
εσύνα τολμάς
αυτός/ή/όνα τολμάει, τολμά
εμείςνα τολμάμε, τολμούμε
εσείςνα τολμάτε
αυτοί/ές/άνα τολμάνε, τολμούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω τολμήσει
εσύνα έχεις τολμήσει
αυτός/ή/όνα έχει τολμήσει
εμείςνα έχουμε τολμήσει
εσείςνα έχετε τολμήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν τολμήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

τολμήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

τολμώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα τολμούσα
εσύθα τολμούσες
αυτός/ή/όθα τολμούσε
εμείςθα τολμούσαμε
εσείςθα τολμούσατε
αυτοί/ές/άθα τολμούσαν