BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

τεμαχίζομαι

быть разрезанным на куски

be cut to pieces

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώτεμαχίζομαι
εσύτεμαχίζεσαι
αυτός/ή/ότεμαχίζεται
εμείςτεμαχιζόμαστε
εσείςτεμαχίζεστε
αυτοί/ές/άτεμαχίζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώτεμαχίστηκα
εσύτεμαχίστηκες
αυτός/ή/ότεμαχίστηκε
εμείςτεμαχιστήκαμε
εσείςτεμαχιστήκατε
αυτοί/ές/άτεμαχίστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα τεμαχιστώ
εσύθα τεμαχιστείς
αυτός/ή/όθα τεμαχιστεί
εμείςθα τεμαχιστούμε
εσείςθα τεμαχιστείτε
αυτοί/ές/άθα τεμαχιστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώτεμαχιζόμουν
εσύτεμαχιζόσουν
αυτός/ή/ότεμαχιζόταν
εμείςτεμαχιζόμαστε
εσείςτεμαχιζόσαστε
αυτοί/ές/άτεμαχίζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα τεμαχίζομαι
εσύθα τεμαχίζεσαι
αυτός/ή/όθα τεμαχίζεται
εμείςθα τεμαχιζόμαστε
εσείςθα τεμαχίζεστε
αυτοί/ές/άθα τεμαχίζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω τεμαχιστεί
εσύέχεις τεμαχιστεί
αυτός/ή/όέχει τεμαχιστεί
εμείςέχουμε τεμαχιστεί
εσείςέχετε τεμαχιστεί
αυτοί/ές/άέχουν τεμαχιστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα τεμαχιστεί
εσύείχες τεμαχιστεί
αυτός/ή/όείχε τεμαχιστεί
εμείςείχαμε τεμαχιστεί
εσείςείχατε τεμαχιστεί
αυτοί/ές/άείχαν τεμαχιστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω τεμαχιστεί
εσύθα έχεις τεμαχιστεί
αυτός/ή/όθα έχει τεμαχιστεί
εμείςθα έχουμε τεμαχιστεί
εσείςθα έχετε τεμαχιστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν τεμαχιστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύτεμαχίσου
εσείςτεμαχιστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςτεμαχίζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα τεμαχιστώ
εσύνα τεμαχιστείς
αυτός/ή/όνα τεμαχιστεί
εμείςνα τεμαχιστούμε
εσείςνα τεμαχιστείτε
αυτοί/ές/άνα τεμαχιστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα τεμαχίζομαι
εσύνα τεμαχίζεσαι
αυτός/ή/όνα τεμαχίζεται
εμείςνα τεμαχιζόμαστε
εσείςνα τεμαχίζεστε
αυτοί/ές/άνα τεμαχίζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω τεμαχιστεί
εσύνα έχεις τεμαχιστεί
αυτός/ή/όνα έχει τεμαχιστεί
εμείςνα έχουμε τεμαχιστεί
εσείςνα έχετε τεμαχιστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν τεμαχιστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

τεμαχιστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα τεμαχιστώ
εσύθα τεμαχιστείς
αυτός/ή/όθα τεμαχιστεί
εμείςθα τεμαχιστούμε
εσείςθα τεμαχιστείτε
αυτοί/ές/άθα τεμαχιστούν