BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

τελειώνω

заканчивать, завершаться

finish, end

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώτελειώνω
εσύτελειώνεις
αυτός/ή/ότελειώνει
εμείςτελειώνουμε
εσείςτελειώνετε
αυτοί/ές/άτελειώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώτελείωσα
εσύτελείωσες
αυτός/ή/ότελείωσε
εμείςτελειώσαμε
εσείςτελειώσατε
αυτοί/ές/άτελειώσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα τελειώσω
εσύθα τελειώσεις
αυτός/ή/όθα τελειώσει
εμείςθα τελειώσουμε
εσείςθα τελειώσετε
αυτοί/ές/άθα τελειώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώτελείωνα
εσύτελείωνες
αυτός/ή/ότελείωνε
εμείςτελειώναμε
εσείςτελειώνατε
αυτοί/ές/άτελείωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα τελειώνω
εσύθα τελειώνεις
αυτός/ή/όθα τελειώνει
εμείςθα τελειώνουμε
εσείςθα τελειώνετε
αυτοί/ές/άθα τελειώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω τελειώσει
εσύέχεις τελειώσει
αυτός/ή/όέχει τελειώσει
εμείςέχουμε τελειώσει
εσείςέχετε τελειώσει
αυτοί/ές/άέχουν τελειώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα τελειώσει
εσύείχες τελειώσει
αυτός/ή/όείχε τελειώσει
εμείςείχαμε τελειώσει
εσείςείχατε τελειώσει
αυτοί/ές/άείχαν τελειώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω τελειώσει
εσύθα έχεις τελειώσει
αυτός/ή/όθα έχει τελειώσει
εμείςθα έχουμε τελειώσει
εσείςθα έχετε τελειώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν τελειώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύτελείωσε
εσείςτελειώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύτελείωνε
εσείςτελειώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα τελειώσω
εσύνα τελειώσεις
αυτός/ή/όνα τελειώσει
εμείςνα τελειώσουμε
εσείςνα τελειώσετε
αυτοί/ές/άνα τελειώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα τελειώνω
εσύνα τελειώνεις
αυτός/ή/όνα τελειώνει
εμείςνα τελειώνουμε
εσείςνα τελειώνετε
αυτοί/ές/άνα τελειώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω τελειώσει
εσύνα έχεις τελειώσει
αυτός/ή/όνα έχει τελειώσει
εμείςνα έχουμε τελειώσει
εσείςνα έχετε τελειώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν τελειώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

τελειώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

τελειώνοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

τελειωμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα τελείωνα
εσύθα τελείωνες
αυτός/ή/όθα τελείωνε
εμείςθα τελειώναμε
εσείςθα τελειώνατε
αυτοί/ές/άθα τελείωναν