BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

συσκευάζω

упаковывать, заворачивать

pack up, wrap

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώσυσκευάζω
εσύσυσκευάζεις
αυτός/ή/όσυσκευάζει
εμείςσυσκευάζουμε
εσείςσυσκευάζετε
αυτοί/ές/άσυσκευάζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώσυσκεύασα
εσύσυσκεύασες
αυτός/ή/όσυσκεύασε
εμείςσυσκευάσαμε
εσείςσυσκευάσατε
αυτοί/ές/άσυσκεύασαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα συσκευάσω
εσύθα συσκευάσεις
αυτός/ή/όθα συσκευάσει
εμείςθα συσκευάσουμε
εσείςθα συσκευάσετε
αυτοί/ές/άθα συσκευάσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώσυσκεύαζα
εσύσυσκεύαζες
αυτός/ή/όσυσκεύαζε
εμείςσυσκευάζαμε
εσείςσυσκευάζατε
αυτοί/ές/άσυσκεύαζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα συσκευάζω
εσύθα συσκευάζεις
αυτός/ή/όθα συσκευάζει
εμείςθα συσκευάζουμε
εσείςθα συσκευάζετε
αυτοί/ές/άθα συσκευάζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω συσκευάσει
εσύέχεις συσκευάσει
αυτός/ή/όέχει συσκευάσει
εμείςέχουμε συσκευάσει
εσείςέχετε συσκευάσει
αυτοί/ές/άέχουν συσκευάσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα συσκευάσει
εσύείχες συσκευάσει
αυτός/ή/όείχε συσκευάσει
εμείςείχαμε συσκευάσει
εσείςείχατε συσκευάσει
αυτοί/ές/άείχαν συσκευάσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω συσκευάσει
εσύθα έχεις συσκευάσει
αυτός/ή/όθα έχει συσκευάσει
εμείςθα έχουμε συσκευάσει
εσείςθα έχετε συσκευάσει
αυτοί/ές/άθα έχουν συσκευάσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύσυσκεύασε
εσείςσυσκευάστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύσυσκεύαζε
εσείςσυσκευάζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα συσκευάσω
εσύνα συσκευάσεις
αυτός/ή/όνα συσκευάσει
εμείςνα συσκευάσουμε
εσείςνα συσκευάσετε
αυτοί/ές/άνα συσκευάσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα συσκευάζω
εσύνα συσκευάζεις
αυτός/ή/όνα συσκευάζει
εμείςνα συσκευάζουμε
εσείςνα συσκευάζετε
αυτοί/ές/άνα συσκευάζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω συσκευάσει
εσύνα έχεις συσκευάσει
αυτός/ή/όνα έχει συσκευάσει
εμείςνα έχουμε συσκευάσει
εσείςνα έχετε συσκευάσει
αυτοί/ές/άνα έχουν συσκευάσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

συσκευάσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

συσκευάζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα συσκεύαζα
εσύθα συσκεύαζες
αυτός/ή/όθα συσκεύαζε
εμείςθα συσκευάζαμε
εσείςθα συσκευάζατε
αυτοί/ές/άθα συσκεύαζαν